Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ

«Εσείς με το νόμο κι εμείς με το λόγο»
Α  φ  ι  έ  ρ  ω  μ  α

Στους σημερινούς δημοκράτες για να μην ξεχνούν τη χούντα του 1967
Ποιητικό απόσπασμα από το «Στ’ αχνάρια της ζωής» Β` τόμος
 «Το στρατοδικείο την κήρυξε ένοχη για εσχάτη προδοσία και την καταδίκασε τρεις φορές σε θάνατο. Κατά τη διάρκεια της δίκης που κράτησε μόνο λίγα λεπτά, εκείνη δε μίλαγε καθόλου. Στο τέλος μόνο τη ρώτησαν αν είχε να πει κάτι και τότε με φουσκωμένα στήθη, με σηκωμένο κεφάλι, με θάρρος και τόλμη μίλησε:
-Βεβαίως και έχω. Τι μία, τι τρεις κύριε πρόεδρε; Υπάρχει καμιά διαφορά; Εμείς ξέρουμε να πεθαίνουμε. Ζούμε μόνο για να αγωνιζόμαστε. Ζούμε μόνο για να πεθαίνουμε όταν φτάσει η στιγμή και μας το ζητήσει η μεγάλη μάνα! Κάποια στιγμή, αυτό το σφυρί που κρατάτε, μια μέρα θα το κρατήσει ο λαός μας. Και τότε θα μετρήσετε εσείς τις δικές σας καταδίκες. Μα εδώ μέσα δε φτάνει το φως…
-Επί της ουσίας, κατηγορούμενη! Επί της ουσίας, δε θα βγάλετε λόγο! τη διέκοψε ο πρόεδρος αγριεμένος και χτυπώντας δυνατά το σφυρί. Ορίστε! Επί της ουσίας!  Και η Θωμαή του ’κανε το χατίρι και μίλησε επί της ουσίας, χωρίς ν’ ανοίξει το στόμα της και να πει τίποτα, με μάτια που πετούσαν σπίθες και με το κορμί ολόρθο. Όταν την μετέφεραν στο κελί της, θυμήθηκε ένα ποίημα που το ’χε γράψει κάποιος άγνωστος...

Εσείς με το νόμο κι εμείς με το λόγο,
εσείς με τη σφύρα κι εμείς με ψυχή,
αφήστε τα λόγια σας, τις αποφάσεις,
γυρίστε σελίδες ν’ αστράψει το φως
και σκύψτε να δείτε, ν’ αφουγκραστείτε,
ποιοι είμαστ’ εμείς, που μας λέτε εχθρούς.

Εσείς με τ’ ατσάλια και τις πύρινες γλώσσες  
Σαν τα ηφαίστεια, ξερνάτε λάβα, φωτιά και καπνούς
Κι εμείς, ναι εμείς, με πείσμα τρανό μεταβάλλουμε
τους καπνούς σε καημούς
κι η ανάπνα μας που βγαίνει σαν πουλί τρομαγμένη
τους σκορπά σ’ ουρανούς,
σ’ αυτούς που σκοτείνιασε το δικό σας σφυρί 
και αδειάζει ο κόσμος, ορφανεύει η γη 

Εσείς κι εμείς -κι είμαστε όλοι παιδιά του Θεού-
Εμείς κι εσείς της Ελλάδας παιδιά, λαμπρά και σοφά 
Μα, εσείς, σκορπάτε παντού με μίσος, χαρά,
του χάρου οσμή
και χορεύει τρελά και θερίζει κεφάλια χωρίς να ρωτά    
Φτάνει να έχουν μία στάμπα απ’ το νόμο που φτιάχνετε εσείς, 
για μας, που τα δώσαμε όλα, και τα δίνουμε ακόμα,
όσο μέσα μας ζει η ψυχή,       
σ’ εμάς, με το λόγο που τον έχουμε όπλο για να σκιάζει εσάς

Σφυριά, αποφάσεις, κελιά, ξερονήσια που δε ζει μήτε πέτρα
και πουλί δε λαλάει, δε ριγείτε ψυχή, παρά μόνο ο τρόμος 
δε σαλεύει κλαρί- δεν υπάρχει- μα κι αν υπάρχει ζει από μας
από μένα κι εκείνους, μα πιότερο από κείνη την παρθένα στο μαύρο κελί
που μαθαίνει ν’ αγαπά, που μαθαίνει να κλαίει
και ραντίζει τα βράδια το κλαρί που γερνά.

Σκεφτείτε, ω εσείς, που κρατάτε στα χέρια τα σφυριά και τους νόμους
κι ελάτε να δείτε τις ρίζες, τα φύλλα, τους καρπούς και τη σκιά της ζωής μιας ελιάς                   
και να δείτε, ω να δείτε, πως μέσ’ απ’ τα λεύτερα στήθια μας ανθίζει η λευτεριά! 
Κοπιάστε να δείτε, κερώστε τ’  αφτιά για ν’ αντέξετε,
ω δόλιοι κι άμοιροι, μη σας βγει η ψυχή
τους γδούπους και σύρσιμο που αφήνουν τα νια μας κορμιά.    

Ε, εσείς, με τη μαύρη ψυχή και του χάρου οσμή,
μεγιστάνες του τρόμου, δήμιοι της αρετής, δικαστές της ζωής
Τι πάτε και κάνετε; Τι χαλάτε το φως; 
Μακριά, μακριά τα σκοτάδια να διώξτε που τα φέρνουν σφυριά 

Για να δουν τα παιδιά σας, πως θ’ αστράψει η λαμπράδα,   
πως θα ’ρθει η λιακάδα, πως θα λάμψη η χαρά,
πως θα έρθει η αγάπη, θα διωχτεί η λαχτάρα 
η αγάπη, η αγάπη θα ’ρθει, η ειρήνη θα ’ρθει,
το μίσος θα σβήσει, το πάθος θα λείψει, η φυλακή θα χαθεί.

Είμαστ’ εμείς! Παντού πρωτοπόροι, αετοί, κεραυνοί
Στους κάμπους, στα δάση, στα βουνά στις στεριές
τους σταυρούς μας αφήσαμε να φυτρώνουν βλαστοί
να ανθίζει ο τόπος, να βολά η ζωή από ρόδα και μύρα
κι απ’ αγγέλους της γης                                                               
να μπορεί κι η Ελλάδα να αναπνεύσει, να ζει λευτεριά
και να δίνει, σ’ εσάς, δικαστές, τη σοφία σωστή
και να δώσει σε όλους μερτικό στη ζωή.

Ω εσείς, να λέει σ’ εμάς, παιδιά μου τρανά!
Τα σπαθιά σας ορθά, μη λυγίσουν ποτέ 
Τις μανάδες, τις παρθένες, τους γερόντους και νιους,
σα να ’ναι οι κόρες των ματιών σας, πιστά να φυλάτε  
Απ’ αυτούς που θελήσουν να σας κάνουν μικρούς,    
το θηκάρι αδειάστε, το σπαθί να φανεί.

Εμείς με τους λόγους κι εσείς με τους νόμους
εσείς με τη σφύρα σας που χτίζετε πάθη
κι εμείς με αγάπη που γκρεμίζουμε μίση, 
αφήστε τα λόγια σας, τις αποφάσεις
γυρίστε σελίδες ν’ αστράψει το φως
και σκύψτε να δείτε, ν’ αφουγκραστείτε
ποιοι είμαστ’ εμείς που μας λέτε εχθρούς;

Είμαστε αδέλφια σας, μιας μάνας παιδιά…
δώστε τα χέρια σας, να πάμε μπροστά!  

Στην αίθουσα του στρατοδικείου σηκώθηκε μια χλαλοή θαυμασμού απ’ τον λιγοστό κόσμο που υπήρχε. Μετεωρίστηκε μια στιγμή το σφυρί του δικαστή στον αέρα και μετά έπεσε χτυπώντας την καταδίκη της. Ο ψίθυρος άρχισε να μεγαλώνει, όσοι αστυνομικοί βρισκόταν στους διαδρόμους ειδοποιήθηκαν να περάσουν μέσα και δυο απ’ αυτούς που ήταν ήδη μέσα, άρπαξαν άγαρμπα τη Θωμαή, την έσυραν έξω κι αμέσως τη φόρτωσαν σε μια κλούβα που περίμενε. Από κει τη μετέφεραν ντουγρού στις φυλακές της Λάρισας όπου έμεινε λίγες μέρες και από κει τη στείλανε στης φυλακές της Πάτρας…».     …       …           …         …       …           …         …       …
  Για τους σημερινούς δημοκράτες για να μην ξεχνούν τη χούντα του 1967
Α  φ  ι  έ  ρ  ω  μ  α
Ποιητικό απόσπασμα από το «Στ’ αχνάρια της ζωής» Β` τόμος
Από το Βάιο Φασούλα 
Δεν είμαστ’ εμείς οι εχθροί που ψάχνετε εδώ πέρα
«Κι άρχισαν το φακέλωμα σ’ όλη την πολιτεία
φτιάχνοντας ένα λέρωμα, γιομάτο φαντασία.
Παντού στις πόλεις, στα χωριά, ψάχνανε τους «ενόχους»
και τους αρπάζαν σαν τα ζα, απλούς, φτωχούς κι αθώους.

Κι οι ένοχοι ήταν πολλοί, ολόκληρη η Ελλάδα
και αριστεροί και δεξιοί, ήταν γι’ αυτούς βραχνάδα.
Παππούδες, παραπαππούδες μ’ άσπρα γένια, μακριά,
γιαγιάδες μ’ ασπροπλεξούδες, γιομάτες μ’ αρχοντιά.

Μητέρες κι αδελφάδες, πεντάμορφες κορφάδες
μες στις αυλές στολίζονταν αρχόντισσες κυράδες.
Των γέρων τους χτενίζανε τα άσπρα τους τα γένια
κι οι νεράιδες φέρνανε τα ολόχρυσά τους χτένια.

Ο ήλιος μας ο ξακουστός κι ο κοσμογυρισμένος
πα στα ουράνια γελαστός, ζούσε ευτυχισμένος.
Η πριγκηπέσα τ’ ουρανού, η αστερολουσμένη
δίπλα στο θρόνο του Θεού, στο σμάλτο της πνιγμένη.

Την ομορφιά της χάριζε κι όλο χαμογελούσε
και όλους τους ζωγράφιζε, μαζί τους ξενυχτούσε.
Όλους αυτούς και τα στοιχειά πιάσαν και φακελώσαν
και ζωντανή τη λευτεριά στα κάτεργα μαντρώσαν.

Τη θηριωδία άρχισαν, άγνωστη στη φυλή μας
και όλα τα αλώνισαν, μαύρισαν τη ψυχή μας.
Α ναι, κι εκείνους της Ε.Σ.Α. πώς τους εκάναν έτσι!
Παιδιά, βλαστάρια ζωντανά, της χούντας βάλαν φέσι.

Σαν γκεσταπίτες Γερμανοί, ορμούσαν και χτυπούσαν
και έξαλλοι και μανιακοί, οικτρά τους τυραννούσαν.
Σε καφενέδες μπαίνανε σ’ ακρογιαλιές, σοκάκια
κι αφηνιασμένοι τρέχανε στων γειτονιών σπιτάκια.

Χτυπάγανε και σπάζανε παράθυρα και πόρτες
κι απ’ τα μαλλιά αρπάζανε όλους τους πατριώτες.
Και κάμποσοι σακάτηδες,  βγαίνανε τρομαγμένοι
στις καταχνιές μπροστάρηδες, μπαρουτοκαπνισμένοι.

Αετοί που τους εκόψανε, νύχια, φτερά και φόρα
κι όλους τους σακατέψανε στα μέσα του αιώνα.
Βγαίναν και τους ρωτάγανε, ποιο είν’ τ’αμάρτημά τους;
Κι οι ίδιοι απαντάγανε μ’ ορθό τ’ ανάστημά τους:

«Δεν είμαστ’ εμείς οι εχθροί που ψάχνετε εδώ πέρα
της λευτεριάς είμαστ’ αετοί, της λευτεριάς η μέρα.
Εμείς όλα τα δώσαμε για τούτη την πατρίδα
και την τιμή μας σκώσαμε περφάνια μας κι ασπίδα.

Τίποτα δεν κρατήσαμε που να’ ναι πια δικά μας
τον πλούτο μας μαδήσανε και τα ιδανικά μας.
Και τιμωρίες άγνωστες μας ρίξανε στις πλάτες
δολοφονίες άνανδρες, στων φυλακών τις πλάκες.
Κι ερχόσαστ’ εσείς ξανά, να βρείτε τι, δραγάτες;
Άδεια μας είναι τα κορμιά κι άρρωστες οι ανάπνες.
Μόνο εσείς κοιτάξετε στα στήθια την ψυχή σας
ψαχτείτε, δείτε, έχετε, ακούγετ’ η φωνή σας;»

Μάνες στεκότανε μπροστά, με τα μικρά παιδιά τους
μάνες π’ αφήναν βογκητά και πόναγ’ η καρδιά τους.
Άλλες με χρόνια φυλακή και μαυροφορεμένες
μ’ άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, πρόωρα γερασμένες.

Και κάνα δυο στην αγκαλιά, παιδιά είχαν σφιγμένα
της φυλακής κληρονομιά αγνώστου, γιοι, πατέρα.
Απ’ τα σπιτάκια βγήκανε σα να ’ταν στοιχειωμένες
τους αλυχτώντες βλέπανε με τρίχες σηκωμένες.

Μπρος τους στεκόντουσαν ορθοί με ρόπαλα στα χέρια
άγριοι κι επιθετικοί στάζαν σκλαβιά, φοβέρα.
Τα στρίβανε στα χέρια τους, μ’ αυτά ηδονιζόταν
και μέσα απ’ τα μάτια τους, λάμψεις φωτιάς πετιόνταν.

Σα τα θεριά ήταν πολλοί όπως στα παραμύθια
και περιμέναν τη στιγμή, να ορμήξουν, τ’ αγρίμια.
Καμιόνια στέκονταν πιο κει που έφεραν μαζί τους
και των φαντάρων η ψυχή, έτρεμε στη φωνή τους…»

Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα –Απρίλης  21  2008  pelasgos@fasoulas.de  www.fasoulas.de
Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα –Απρίλης  21  2017  pelasgos@fasoulas.de  www.fasoulas.de