Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ελληνική παράδοση πλαισιωμένη με δημοτικό τραγούδι και χωριάτικο ποιητικό λόγο.



*                         *                     *
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ «ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ» - ΠΕΖΟΤΡΑΓΟΥΔΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΕΝΑ ΣΕ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΓΑΜΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΥ. Μεταξύ των τραγουδοποιών και οργανοπαιχτών της εποχής υπήρξαν και οι αείμνηστοι τραγουδοποιοί ο Ζ.Φ. 1856-1959 με τον αχώριστο φίλο του ΓΜ.
 (Για τις φίλες, τους φίλους και τον ελεύθερο καλοκαιρινό χρόνο τους)  
………………………………………………………………………………….
Περνώ απ’ τα μέρη τ’ αψηλά και ωχ!
Μου πιάστηκε η ανάπνα,
σαν ξεμυτάς κάθε πουρνό και αχ!
 Μου φεύγει η μιλιά,
και τα πουλιά μαράθηκαν κι αυτά
πανάθεμά τα,
και μένω τώρα μαναχός και αχ! και ωχ!
Να σε τηρώ στα μάτια...
Κι η μυρουδιά πανάθεμα κι ωχ! ωχ!
Που βγάζουν τα μαλλιά,
μ’  αμέθυσαν, με ζάλισαν, με κάναν σαν
ζουρλό,
ένα αστήριγμα κι εγώ και αχ! Μανούλα
γυρεύω για να βρω,
μην να απρουλάβου ο δύστυχος και αχ!
Πάθου κάνα κακό...
Και να που ’χεις φιλότιμο, χαμογελάς
και μου ’ρθε συφορά,
χέρι  μ’ απλώνεις της καρδιάς, μου λες
να σηκωθώ,
κι εγώ πανάθεμα την ώρα και στιγμή,
να τρέμω σαν πουλί,
μα εσύ ανάργια μου μιλάς και αχ!
Και ωχ! Στα χείλη με φιλάς...
……………………………………………………………………………….
-Πώς μ’ έκανες βρε γέροντα, με μιας να παραλύσω,
μέσα στα στείρα στήθια μου, στέναξε η καρδιά μου
αυτή που χρόνια φυλακή χάθηκε και έχει πια σβηστεί
τώρα μου δίνεις… αχ! μανούλα μου,
εσύ πάλι μια αντοχή...
Εκεί καθώς σκεφτόμουνα πως έζησα αρκετά,
φτάνει πια ο καιρός,
κι έχω, για να ξέρετε, μαζέψει και κάμποσες δραχμούλες
σε μια ακρίτσα θάψτε με, κι όχι πολύ βαθιά
τον ήλιο θέλω να θωρώ και τις φωνές απ’ ούλους σας
να έχω συντροφιά...
Θαρρώ, θωρώ, ανατριχίλα δυνατή μου ’ρχεται στο κορμί
πως είστε όλοι γύρα μου, νέοι, παιδιά κι όλος ο μαχαλάς,
πως με κοιτάτε αστραφτερά και λάμπει στη ματιά σας,
ό, τι ακριβό επόθησα και είναι αγαθό,
αυτή η ζεστασιά σας...
Μη ψάχνετε καλοί μου στα άγνωστα σκοτάδια
κι είναι φοβερά,
σ’ αυτά που εγώ γεννήθηκα, μεγάλωσα κι έγινα γριά,
ήλιο δικό μου έφτιαξα, φεγγάρι, ουρανό,
σύννεφα και Θεό,
και να με τον καιρό συνήθισα στον κόσμο μου να ζω.
Συνήθισα με τις σκιές που σκιάζανε τον ήλιο μου
ακόμα πιο πολύ,
αυτόν που είχα στην ψυχή, άντρα μου, σύντροφο,
προστάτη και Θεό,
στέρεψαν όλες μου οι πηγές.
Μέχρι να κρατηθώ και να σας αγαπήσω,
χέρι μου δώσατε ζεστό και πέρασα αντίπερα
το μαύρο το γκρεμό...
Τραγούδια θέλει η ζωή και φτιάξτε την λουλούδι,
σκορπάτε αγάπη και χαρά κι ακόμα στους οχτρούς,
κάποτε, κάποια φορά, άνθρωποι είναι κι αυτοί
ίσως και καταλάβουν,
μόνο να τηράξουν δίπλα τους στο τοίχο τη σκιά τους,
να δουν, έχουν καρδιά...
            Πριν ακόμα τελειώσει η Λενιώ, αμέσως ξεκινά το μικρό ορφανό που ζούσε ανάμεσα στη φιλοσοφία του παππού, της Λενιώς και της δικιάς της, αρχίζοντας κι αυτό το δικό του τραγουδάκι μιας πικρής εμπειρίας:
-Πάω στην πόλη τη μικρή μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια τον κόσμο για να δω,
και αρχινώ να τριγυρνώ όλα τα μαγαζιά
με όλα τα καλά,
μα πιο πολύ σταμάτησα σ’ ένα εμπορικό
τα ρούχα του να δω,
και ντράπηκαν οι άνθρωποι σαν είδανε
πως ήμουνα γυμνό...
Κάποιοι με κοίταξαν με αδιαφορία,
άλλοι με πολύ σιχασιά,
κι άλλοι σταμάτησαν για λίγο πάνω μου
την κρύα τους ματιά,
το τρύπιο μου τσιτάκι μου μ’ έκανε να  φαίνομαι
πάρα πολύ φτωχιά,
κι εκεί καθώς περπάταγα κοιτώντας τα φουστάνια
κροτάλιζαν τα δόντια...
Γούνες ζεστές, μεταξωτά φουστάνια,
μπότες ψηλές,
γυάλισαν τα ματάκια μου, πόνεσε το κορμί
κι όλη μου η ψυχή,
θόλωσε το μυαλό και μου ’ρθε ταραχή
μπλεγμένη με οργή,
κι όταν θυμήθηκα την τρύπια μου φανέλα
πόνεσα πιο πολύ...
Ακούω δίπλα μου μία χοντρή φωνή και
μου ’ρθε ανατριχίλα,
που υστερικά με φώναξε πως είμαι
του δρόμου ένα μείγμα:
«Φύγε απ’ εδώ, ανάθεμα, ζημιά θες να μου κάνεις,
χάσου απ’ εδώ μιξόβγαλμα και μπάσταρδο
του δρόμου».
Έφυγα με δάκρυα που έκαιγαν
και μου ’καψαν τα μάτια,
στη θειά μου πάω γρήγορα κι αρχίζω
τα παράπονα μες σε λυγμούς να κάνω:
«Σώπα», μου λέει, «άγγελε και μη χαλάς
τα μάτια σου, τα ηλιοκαμωμένα
κι οδήγα μένα την αυγή σ’ αυτό το νοικοκύρη
τον άψυχο και σαδιστή».
………………………………………………………………………………..
-Τον κόσμο όλο αγκάλιασε και μπες
μες στα καλά του,
σε στέρνα μέσα με χρυσό, αργύρια και φλουριά
να στρώσουν το κρεβάτι,
και να σου τάξουν ουρανό, τ’ αστέρια
και τον ήλιο,
αρκεί μόνο ν’ απαρνηθείς τα όμορφα τα μάτια
που τώρα αγαπάς...
Τον κόσμο όλο να διαβείς κι όλες
τις στράτες να γευτείς,
πάλι θα έρθει η στιγμή θα σβήσουνε
τα λαμπερά αστέρια,
στα πόδια σου θα στρώσουνε σκοτάδια
απροσπέλαστα και θα ’ναι φοβερά,
τότε εσύ θα θυμηθείς και θα καταραστείς
χρυσά, αργύρια και φλουριά...
Θα τρέχεις και θ ’αναζητάς συγχώρεση
σαν άσωτος γιος,
δάκρυα θα ’ρθουν στα μάτια σου
και χτύποι στην καρδιά σου,
σπασμοί θα ’ρθουν στο σώμα σου
και μέσα στην ψυχή σου,
μια αγάπη που ’ταν δυνατή και σκότωσες
θα κλαις και θα πονάς...
Τρέξε λοιπόν και βγάλε τις βρωμιές
που έχεις βουτηχτή
πάνε και στον παπά για την ψυχή τη μαύρη σου
που έχει κολαστεί,
κι όταν ξανά θα λάμψει, ψυχή, κορμί
και όψη,
έλα ξανά στην αγκαλιά, βάλε φανέλα καθαρή
να γιάνει το κορμί...
……………………………………………………………………………..
Σε κρέμασαν πανύψηλε λεβέντη,
άνθρωποι που χαίρονταν σαν κτήνη,
μόνο που δε σε σταύρωσαν,
άλλως δε θα 'χες καμιά διαφορά,
απ’ το Χριστό που κρέμασαν παλιά,
σκυλιά αμαρτωλά,
ξήλωσαν τη «χολέρα» απ’ τη Γεθσημανή
κι απλώσαν τη φοβέρα...
Αυτή που εσύ κι Αυτός
και κάμποσα άλλα παιδιά,
καθόλου δε σας ένοιαξε
που στήσανε και τρίβανε τα χέρια στην πλατεία,
πέντε κρεμάλες με τριχιά
δίχως καρφιά και ξύδια,
μόνο που Εκείνος μίλαγε γι’ αγάπη
κι εσείς για λευτεριά...
…………………………………………….……………………………………
Γιατί με εγκατέλειψες, πως βάσταξε η καρδιά σου,
πως ημπορώ, μα το Θεό για σένα να πιω τέτοιο φαρμάκι,
δίχως να αφήσεις μια ευχή ή κάποια πεθυμιά,
σε βρίσκω ένα πρωινό στου χάρου αγκαλιά
Αχ! και να είχα βάλσαμο για τούτη την πληγή!
Αχ! και να είχα βότανα για τούτη την ψυχή,
πως μ’ άφησες, κι ανάθεμα τον άτιμο το χάρο,
αυτός που σε ξελόγιασε κι έκανε κόλαση τη γη,
να καίγομαι κι εγώ δίχως διακοπή!
Γιατί με εγκατέλειψες, πως βάσταξε η καρδιά σου…!
…………………………………………………………………………………
«Κινήσαν οι λεβέντες μας
κι ούλα τα παλικάρια,
ψηλά απ’ τον Ασπροπόταμο
κι όλα τα κορφοβούνια,
φέρνουν κλαρίνα και βιολιά
κρασί κι οργανοπαίχτες,
να ’ρθουν στον κάτω μαχαλά
να πάρουνε τη νύφη...
Φτάνουν στον κάτω μαχαλά
πο ’χει τα σπίτια τα ψηλά,
φέρνουν τραγιά, φέρνουν σφαχτά
φέρνουν και παλικάρι,
που είναι ου ήλιους του χωριού,
ο πιο όμορφος λεβέντης,
μα η πεθερά του χάζεψε και πήρε το στρατί
να τον προϋπαντήσει...
Δεν ήρθα για τα σένα πεθερά,
γυναίκα να σε πάρω
την όμορφη την κόρη σου
νεράιδα του χωριού ταίρι μου να την κάνω,
και κράτα εσύ τα πρόβατα,
το βιος και τα χωράφια,
μα φεύγα από τη στράτα μου
να μην ατρελαθώ και κάμω το κακό...
Φεύγω κι εγώ να χαλαστώ στην κόλαση να πάω,
κρυφή η αγάπη για τα σε, χάρος για με
κι αχτύπητος μου ’φαγε τη ζωή,
δεν άντεχα, δεν μπόραγα
να σ’ έβλεπα σε ξένη αγκαλιά,
την κόρη μου την έβαλα
βαθιά να κοιμηθεί στο στρώμα μοναχή..!
…………………………………………………………………………………
Τρέξτε γοργά λεβέντες μου απ’ τα βουνά
της Πίνδου,
βγάλτε φτερά του αητού, του ελαφιού τα
πόδια,
φέρτε μαζί με την τιμή, τη λευτεριά,
τη δόξα,
την άσπρη φουστανέλα σας, τσαρούχι και
σελάχι...
Περνάτε απ’ τις ψηλές κορφές, το άντρο
του Τζαβέλα πο’ χει λαβωματιά,
κι απ’ τ’ άλλο πουν’ στη φαραγγιά,
σταλιάζ’ την Μπουμπουλίνα,
και τ’ άλλο που ’ναι αντίπερα μ’ ούλους
τους Αγραφιώτες,
κοσιέψτε στο Νικηταρά, περνάτε κι απ’
το Διάκο...
Τραβάτε ακόμα πιο μακριά κράξτε και
τον Ανδρούτσο,
και πέρα απ’ τα κατσάβραχα Βλάχους και
Αρβανίτες,
μαζώξτε τους Σαρακινούς, πού χάθηκαν ωρέ
κι ούλους του Ηπειρώτες,
κατσαβραχιώτες, ανίκητοι αητοί, να ’ρθει
κι ο Κατσαντώνης...
Γιομόστε τα σελάχια σας με βόλια και
μπιστόλια,
φέρτε τα γιαταγάνια σας και να ’ναι
τροχισμένα,
κι ούλα τα καριοφίλια σας, αγκλίτσες
και μαγκούρες,
και παν απ’ ούλα, σαν θεριά, κράξτε μωρέ,
Αέρα..!
Τα σπίτια μας τα χάλασαν, τα αγόρια
μας τα κλέβουν,
τις μάνες, τις γυναίκες μας ακόμα κι
αδερφάδες,
τις εκκλησιές μας και αυτές τις βάλανε
φωτιές,
και φέρνουνε, οι άπιστοι όλεθρο και σπορά
για τον αφανισμό...
Γι’ αυτό σας κράζω δυνατά κι ούλους σας
προστάζω,
ούλοι να μαζωχτούμε και σύναξη να
κάνουμε ετούτη τη στιγμή,
καπεταναίοι κι αρχηγοί κι ούλοι οι
δεσποτάδες,
ευχή να δώκουμε τρανή κι αγρήγορα να
φτάσουν ούλα τα παλικάρια...
Μπας και σκιαχτεί ο άτιμος πριν τον
χαλάσ’ ο Ανδρούτσος,
μέχρι να φτάσει ο καιρός που τόσο
λαχταρούμε,
ούλοι, απ’ άκρη σ’ άκρη και σ’ ούλες τις
μεριές,
Να βάλει ο Θεός κι η Παναγιά το χέρι τους
η λευτεριά να ’ρθει..!
………………………………………………………………………………….
Περνώ απ’ την πόρτα σου πρωί περνώ και
δειλινό,
σε βλέπω πάντα μοναχή να χάνεσαι στον
κήπο,
να παίζεις με τριαντάφυλλα να χαίρεσαι
τους κρίνους,
να τραγουδάς σαν πέρδικα που σ’ έχουν
στο κλουβί...
Όχου! μανούλα μου γλυκιά μου φεύγει
αναστέναγμα,
καημός ανάβει μέσα μου σαν βλέπω πως
κοιτάς,
στο κρινοδαχτυλάκι σου βέρα βαριά σου
δώσαν και φοράς,
και δείχνουν τα ματάκια σου πως άλλον
αγαπάς...
Σε φώναξα απ’ τον φράχτη σου
σα να ’μουνα ζητιάνος,
πως μπόρεσες, σε ρώτησα, τέτοιο κακό
να κάνεις,
τρέμει η καρδιά μου και πονά σαν φύλλο
μοναχό,
πέρδικα περδικούλα μου μ’ αφήνεις σαν
κούκο μοναχό...
Δε σ’ άφησα, μωρέ μάτια μου, κούκος
που λες να γίνεις,
μόνο γροικώ τις ώρες μου, τριαντάφυλλα
μετρώ,
κρίνους κι αναστενάγματα, σγουρό
βασιλικό,
στεφάνια πλέκω μυστικά τις νύχτες που
κοιμάμαι...
Κι όλο εσέ να σκέφτομαι να κλαίω και
να πονώ,
η βέρα είναι της μάνας μου την έχω
φυλαχτό,
και τη φορώ για εμορφιά κι εσένα
καρτερώ,
την πέρδικα που αγαπάς για σε μονάχα
κελαηδά για σένα νε πονά
………………………………………………………………………………….
Μάνα μου σε παρακαλώ στους κάμπους
μη με δώσεις,
στου λίβα την καυτή πνοή που καίει τα
φυλλοκάρδια,
που δε φυσά χλωρό κλαρί κι είναι σαν
πεθαμένα,
ξερακαμπίλα, κουρνιαχτός σε όλα τα
κατωχώρια...
Εκεί που δεν λαλεί πουλί, άνοιξη δεν
φουντώνει,
μήτε ελάτια στέκονται, θάμνοι και
πλατανίδια,
κι ούτε χαράδρες τραγουδούν σαν σμίγουν
με το ρέμα,
μήτε τσακάλια ακούγονται μήτ’ ουρλιαχτά
των λύκων...
Αηδόνια δεν λαλίζουνε, πέρδικες και
τρυγόνες,
κι ούτε του κούκου η φωνή που ’ναι ένα
παρακάλι,
πουρνάρια και βελανιδιές που βόσκουνε
τα γίδια,
θυμάρι και αμάραντος, δυόσμος και
ανεμώνα...
Μάνα σ’ αυτή εδώ την ομορφιά έταξα την
καρδιά μου,
κοντά στα λάϊα μου αρνιά, στα γίδια
που είναι η ζωή μου,
στο λεβεντόπαιδο βοσκό που όλο με
τραγουδά,
και μέσα στις αστροφεγγιές μιλάμε για
τ’ εμάς...
Είναι βαρύς μάνα και ωχρός ο κίτρινος
ο κάμπος,
το πηγαδίσιο του νερό λάσπη μυρίζει
και θολό,
κάλιο το ’χω μανούλα μου τον κόσμο να
αρνηθώ,
παρά στο κάμπο το βραστό, νύφη του να
γενώ…
………………………………………………………………………………
Περνώ απ’ τα μέρη τ’ αψηλά και ωχ!
Μου πιάστηκε η ανάπνα,
σαν ξεμυτάς κάθε πουρνό και αχ!
 Μου φεύγει η μιλιά,
και τα πουλιά μαράθηκαν κι αυτά
πανάθεμά τα,
και μένω τώρα μαναχός και αχ! και ωχ!
Να σε τηρώ στα μάτια...
Κι η μυρουδιά πανάθεμα κι ωχ! ωχ!
Που βγάζουν τα μαλλιά,
μ’  αμέθυσαν, με ζάλισαν, με κάναν σαν
ζουρλό,
ένα αστήριγμα κι εγώ και αχ! Μανούλα
γυρεύω για να βρω,
μην να απρουλάβου ο δύστυχος και αχ!
Πάθου κάνα κακό...
Και να που ’χεις φιλότιμο, χαμογελάς
και μου ’ρθε συφορά,
χέρι  μ’ απλώνεις της καρδιάς, μου λες
να σηκωθώ,
κι εγώ πανάθεμα την ώρα και στιγμή,
να τρέμω σαν πουλί,
μα εσύ ανάργια μου μιλάς και αχ!
Και ωχ! Στα χείλη με φιλάς...
……………………………………………………………………………….
Αρρώστησε η Δροσούλα μας, την έλιωσε
 ο καημός,
εσώπαξε και δε μιλά κι εχλόμιασε
σαν φύλλο,
μήτε γιατροί που φτάνουνε της δίνουν
γιατρειά,
μήτε βοτάνια μαγικά που να χαλούν τα
μάγια...
Σκιάζεται η μάνα και πονά, κάνει
σαν παλαβή,
των αηδονιών κελάδημα σταμάτησε
 κι αυτό,
και όλα τ’ άλλα τα πουλιά βουβάθηκαν
κι άλλο δεν τραγουδάν,
και το μικρό χωριό έπεσε σε μαύρο
μαρασμό...
Φτάνουν παπάδες που φοράν άμφια
και πετραχήλια,
και αρχινούν παρακαλιό τη ραίνουν
με αγιονέρι,
μήπως και φύγει το κακό και φέρει
τη χαρά,
τα μάτια της να ανοίξουνε που είναι
σφαλιστά...
Πέτα μανούλα βότανα, γιατρούς
και γιατροσόφια,
το σώμα μου κατάγερο μα αρρώστησε η
καρδιά μου,
μόνο σαν θέλεις να με δεις πάλι
να τραγουδώ,
τρέξε και φέρ’ τον Κωσταντή να σύρω
το χορό...
…………………………………………………………………………………
Ω! συ η λυγερή που μας κερνάς κρασί
και δίνεις τη ζωή,
που είσαι μια νεράιδα και αστράφτεις
σαν τον ήλιο,
κι όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού μαζί
να μαζωχτούν,
μες στα μαλλιά σου τα ξανθά αν πέσουν
θα καούν...
Άκου και με το γέροντα που έμαθα
Απ’ τη ζωή πολλά,
να μην κοιμάσαι μοναχή τα βράδια
στην αυλή,
δεν έχεις φόβο από σκυλιά, αρκούδες
και τσακάλια,
μόνο απ’ τους λεβέντες μας, που πίνουν
και μεθούν...
……………………………………………………………………..
Ω! συ μωρ’ κόρη λυγερή που λάμπεις
σαν χρυσάφι,
που όταν κλαίς κι όταν πονάς δακρύζουν
τα βουνά,
αυτός ο ασπροπόταμος απ’ τ’ αναστέναγμά σου
αφρίζει και βροντά,
το ρέμα που γκρεμίζεται κι ούλα τα πουλιά,
να μένουν σιωπηλά...
Όταν γελάς και χαίρεσαι, περνάς
 και τ’ αγγελούδια,
κι ούλοι εδώ σε χαίρονται και κάνουν
σαν θεριά,
τούτα τα παλικάρια τα λάβωσες,
πως θα ’βρουν γιατρειά,
κι εμένα που ’μαι γέροντας με το κρασί
που μου ’δωκες, μ’ έγιανε η καρδιά...
………………………………………………………………………………….
Εχόρτασα από βάσανα, χόρτασε η ψυχή
από θολά φαρμάκια,
ράγισε η καρδούλα μου σα να ’τανε γυαλί
απ’ τα πολλά χτυπήματα,
γεύτηκα και χόρτασα του κόσμου
την ψευτιά και τον κατατρεγμό,
και με του χάρου πάλεψα κέρατα τα μεγάλα
και κοφτερά σπαθιά...
………………………………… 14-08-2013