Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Πραγματικές ιστορίες από τη ζωή των ξένων στη Γερμανία

(Πραγματικές ιστορίες από τη ζωή των ξένων στη Γερμανία. Ένας γερμανός οπαδός του Χίτλερ συνοδεύει στο γιατρό φίλο του έλληνα. Απόσπασμα από το «Οι σειρήνες της ξενιτιάς») 

 Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας

«Ψόφαγε για συζήτηση, πολιτική, μιας εποχής που άνθιζε πολύ
κι έσκουζε σαν του ταίριαζε το Χίτλερ να υμνεί
κι όλο τον σήκωνε στα πιο ψηλά σκαλιά  και αθώο τον ανέβαζε,
ήρωα τον κατέβαζε
και έβριζε αισχρά όλους τους συνεργάτες του
που ήταν «πετσωμένοι», αυτοί και μόνο αυτοί
ευθύνονταν για το μεγάλο το κακό που τότε
είχε γίνει, αυτοί ήταν οι «μπάσταρδοι»
κι όλοι οι «καταραμένοι». 
 
Κι εκείνοι που βρίσκονταν στον ίδιο καφενέ
κι ήταν όλοι σχεδόν Έλληνες, γιουχάριζαν τα σάπια του τα λόγια,
μέχρι που θύμωνε αυτός, φώναζε δυνατά κι έλεγε συχνά ότι τον αδικούν
και πως θα έρθει ο καιρός που θα τον θυμηθούν και θα το μετανιώσουν.
Έτσι περνούσε ο καιρός με το βραχνά του Ρόμπερτ,
μ’ ανάθεμα, το φουκαρά, δεν ήτανε κακός,
μόνο που κάποιοι λέγανε σιγά πως του Λουκά
η ανοχή τον έβγαζε «λερωμένο».
Μα ο Λουκάς δεν άκουγε τα λόγια τους αυτά.
Αυτοί που φώναζαν και του ’λεγαν κουβέντες
με βρισιές ήταν βασιλικοί και άλλοι χουντικοί.
 
Σίγουρος ο Λουκάς στο μπέρδεμα του Ρόμπερτ,
ήρεμα τους αντιμετώπιζε πετώντας τους δυο λόγια  
και γίνονταν αυτοί σαν κόκκινα παντζάρια:
 
-Πρώτα κοιτούμε άνθρωπο, μετά κοιτούμε κόμμα,
μετά πετούμε τη βρομιά που έχουμε στα μούτρα μας,
στις τσέπες μας και μέσα στην ψυχή μας,
κοντά μιλούμε σοβαρά για θέματα πολιτικά.
Κι αυτός εδώ που βλέπετε που λέει ό, τι λέει
δε τα πιστεύει αυτά κι αυτό να το θυμάστε.
Μα εσείς με τέτοιο φέρσιμο, σκληρό θε να τον
κάνετε και δεν το βοηθάτε.
Τον έπαιρνε ο Λουκάς κοντά σα να ’τανε παιδί,  
παρόλο που είχαν διαφορά σε χρόνια και σε μπόι,
στο σπίτι του πηγαίνανε στην κυρα-Στυλιανή
κι άρχιζαν συζήτηση ήρεμη και σωστή
και η καρδιά του Ρόμπερτ γινόταν μαλακή.
 
Τρίτοι φτάσανε στο γιατρό κι ήτανε τυχεροί.
Μέσα σε κάμποσα λεπτά γέμισε το δωμάτιο
με κόσμο παρδαλό, με νέο, μα πιο πολύ παλιό
κι όλοι τους έδειχναν σαν αδειανά κουτιά.
Ασφυκτικά, λοιπόν, κατέκλυσε την αίθουσα
ο κόσμος, που έδειχνε για κλινική παρά σαν ιατρείο.
 
Οι πιότεροι είναι ξένοι, γυναίκες με βράκες
και τουρμπάνια κι αρμάθες τα χρυσά,
δυο-τρεις πιο δίπλα άντρες με τα παχιά μουστάκια, 
και απ’ τις δυο γωνιές της ίδιας της σειράς, 
άλλοι δυο-τρεις Ρωμιοί πήραν κι αυτοί σειρά.
 
Από την άλλη τη μεριά, που ήρθαν στο μεταξύ,
δημιουργήθηκε μια ντόπια γερουσία
και αποτελείται από γριές, εξήντα και ογδόντα,
κομψοντυμένες γιορτινά, με χτενισμένα τα μαλλιά,
με σκουλαρίκια στα αφτιά
και κάμποσα στα στήθια τους ασήμια και χρυσά.
Άλλες στα χέρια τους κρατούν λεπτά κεντήματα,
άλλες ξεφυλλίζουν αργά τα περιοδικά και μερικές,
μ’ επίμονες ματιές,
όπως απέναντί τους παραταχθήκανε οι ξένοι,
τους εξετάζουνε πολύ σχολαστικά.
 
Ουφ! Πολλή δουλειά σήμερα που είχε ο γιατρός!  
Και άλλα δυο έξτρα, που ήρθαν περιστατικά,
για μερικές γριές που ήρθανε πιο μετά,
σίγουρα θα χορτάσουν από κεντήματα,
άλλα που θα ’ναι απ’ τα πλεχτά, άλλα που θα ’ναι του γιατρού,
μια και για κείνον άρχισαν τα «ψου! ψου! ψου!»
 
Κάποια απ’ αυτά τα «ψου, ψου, ψου» της γερουσίας που ήτανε εκεί
και κάποια ψευτογέλια, έφταναν και ερέθιζαν του Ρόμπερτ τα αφτιά
κι αφού τις κοίταξε μια-μια διαπεραστικά, με μορφασμούς, αποστροφή
και δόση αηδίας, λες κι από θάμα σταμάτησαν αυτές
κι άρχισαν με χέρια που τρέμανε ελαφρά,                         
να ψάχνουν στα κεντήματα και στα περιοδικά.
 
Ω να, επιτέλους άνοιξε η πόρτα και φάνηκε
ο γιατρός και πρώτος ένας Τούρκος,
σαν άκουσε το όνομα πετάχτηκε ορθός. 
 
Πάλι μια ψευτοχλαλοή με «ψου! ψου!» με «χμ!» με «γκουχ»,
να κι ένα φτάρνισμα που έκανε μια γριά, να κι ακόμη ένα
και έκανε μια διπλανή λοξά να την κοιτάξει,
κάτι που διάβαζε σοφά της είχε πια πετάξει
και μια άλλη παραδίπλα της σαράβαλο από τα γηρατειά της,
είπε να έχει «γεια».
Έτσι, χάρη σ’ αυτό το φτάρνισμα θροεί η χλαλοή από τη γερουσία,
το θάρρος τους που είχε ναρκωθεί ξανάρθε στη στιγμή
κι ο Ρόμπερτ κουνήθηκε δίχως να σχολιάσει,
μόνο που ψιθύρισε μέσα απ’ τα αραιά του δόντια και τ’ άκουσε ο Λουκάς:
-Παλιοκωλοτρυπίδες, κωλόγριες ξεσκισμένες!
Εσάς σας ξέχασε ο Φύρερ!
 
Ρεζίλη κόντεψε να πάθει ο Λουκάς,
όταν σε μια στιγμή έριξε μια ματιά στο φίλο του κρυφά, 
που εκείνος όλο μουρμούριζε βρίζοντας τις γριές,
μασκαραλίκι και μάλιστα χοντρό θα πάθαινε καλό,
που θ’ άρχιζε τα υστερικά του γέλια και ευτυχώς, επάνω στη στιγμή,
πάλι η πόρτα άνοιξε και βγήκε ο γιατρός
και ο Ρόμπερτ που πια μπούχτισε σηκώθηκε ορθός.  
 
Σαν μπήκε στο εξεταστήριο ο Ρόμπερτ κι ο Λουκάς 
όλες σηκώσανε τα μάτια κοιτώντας το γιατρό,
που κι εκείνος τις κοίταξε σοφά και αυστηρά,
κάμποσα απ’ τα «ψου» τους, φτάσανε στα αφτιά του.
 
Έκλεισε πίσω του την πόρτα ο γιατρός
και η βαβούρα χύθηκε στην αίθουσα κι άρχισε ο ψαλμός.
Κι αρχίζουν τώρα οι γριές, μια και ο Ρόμπερτ έφυγε που κοίταγε ψυχρά
κι αλυχτούσε έτοιμος σαν το σκύλο πάνω τους να ορμήσει,
άρχισαν, λοιπόν, πάλι οι γριές με τις «σοφές» γκριμάτσες,
με τα πλεχτά στα χέρια τους και μέσα απ’ τους φακούς
ρίχνανε τις ματιές σα να ’τανε φτυαριές
γεμάτες από άχρηστα στα πρόσωπα των ξένων. 
Και το κεφάλι κούναγαν κάνοντας μορφασμούς
κι από τα κατωχείλια τους αδιάκοπα «ψου, ψου», 
γιατί το περιβόλι τους πατήθηκε καλά,
από του ξένου μπόχα που μύριζε βαριά…»