Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «Το Όστρακο» σαν μια «νέα», μια «σύγχρονη» Κιβωτό του Νώε

Από τον καλλιτεχνικό κήπο της Ελίζας Ζολώτα
 Λ υ τ ρ ω τ ι κ ό ς   Κ λ α υ σ ί γ ε λ ω ς
-Το «Όστρακο»: Ελληνικό θέατρο-

 Σχολιάζει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας


«Λυτρωτικός Κλαυσίγελως» είναι το θεατρικό έργο που κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη του 2012, η Ελίζα Ζολώτα, προσφέροντας μέσα από τις σελίδες του θεατρικές παραστάσεις με τρεις, με τέσσερις πράξεις αλλά και μονόπρακτα του χτες και του σήμερα. Στις 160 σελίδες του βρίσκονται τα καταπληκτικά θεατρικά της έργα όπως: «ΣΑΝ ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ», «ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΟ», «ΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ», «ΑΓΓΕΛΟΣ ΛΥΤΡΩΤΗΣ», «ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΣΕ ΔΙΛΗΜΜΑ», «ΑΠΟ ΤΟΥΣ  ΜΥΘΟΥΣ ΣΤΟ  DNA ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ», «Ο ΦΟΝΟΣ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ», «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ», «ΔΥΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ», «ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΤΙ»,«ΡΟΖΙ», «ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ», «ΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΦΥΓΗ».
Στον καλλιτεχνικό της κήπο συμπεριλαμβάνονται και άλλα πνευματικά στολίδια, έτσι που η καλαισθησία των έργων της να ικανοποιεί και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Έργα ποιητικά, θεατρικά, νουβέλες κείμενα-μελέτες επιστημονικού ενδιαφέροντος, όπως τα: «ΣΟΛΙΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ», «Ο ΘΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ», «Η ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΕΙΡΑ», «ΓΚΛΟΡΙΑ», «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ», «Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΓΡΑΜΙΚΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ», «ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΟ» κ. ά. . Το τελευταίο έργο, διαχρονικό και επίκαιρο, το επέλεξα για να αναφερθώ.
Είναι πράγματι πολύ εντυπωσιακό να βρεθεί κανείς σαν «εξόριστος» ή και «αυτοεξόριστος» επιβάτης στο «Όστρακο», στο πλοίο της Ελίζας Ζολώτα και να ταξιδέψει με ένα ανεπιθύμητο, απορριφθέν από την κοινωνία επιβατικό κοινό, χωρίς πυξίδα, χωρίς προορισμό. Στο ξεκίνημα του ταξιδιού θα δει ότι όλο το επιβατικό φορτίο του καραβιού δυσαρεστείται, όταν ο επιβάτης διαπιστώνει πως δεν πρόκειται για ταξίδι αναψυχής, αλλά για αναγκαστική φυγή.
            Στην σκληρότητα των εποχών που η ανεργία πραγματοποιεί τα μεγαλύτερα άλματά της, με τις χιλιάδες αυτοκτονίες των Πολιτών. Με τη φτώχεια, που σαν ατμομηχανή σέρνει τον επικίνδυνα αυξανόμενο υποσιτισμό στα παιδάκια και την αναζήτηση τροφής στα σκουπίδια. Με τον εξοστρακισμό των ονείρων των νέων μας. Με ένα κατεστραμμένο περιβάλλον και με μολύνσεις και ασθένειες κάθε είδους. Με τον κοινωνικό διχασμό να ανεβαίνει στα ύψη. Με το κερασάκι στην ταφόπλακα, που λέγεται κοινωνία και πάνω της, στα μέσα και στα έξω της, φυτεμένος και κολλημένος σαν βδέλλα ο «συνοδοιπόρος» και ρυθμιστής ρατσισμός. Όλα αυτά αποτελούν το πάζλ της «σύγχρονης» κοινωνίας και των πολιτειών γενικότερα
            Το έργο γράφτηκε από τη συγγραφέα την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα. Η δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η σημερινή, δεν έχει να ζηλέψει κάτι το ξεχωριστό. Απεναντίας. Η ζωή σήμερα και η κοινωνία - όπου για πολλούς η ζωή μοιάζει με άπιαστο πουλί, - έχει χειροτερέψει σε όλα τα επίπεδα. Πάραυτα η καταγραφή των τότε πραγμάτων της κοινωνίας, μέσα από τις ευαισθησίες και την τέχνη της Ε. Ζολώτα, μεταφέρει στο σήμερα όλο το κοινωνικό σύμπλεγμα των περασμένων ρατσιστικών δεκαετιών, με πιο επιθετικές διαστάσεις, μεγεθυμένο και ακραίο.
Ξεκινώντας την παρουσίαση του διαχρονικού και ρηξικέλευθου έργου της αγαπητής συμπολίτισσας επιστήμονα-εκπαιδευτικού, Ελίζας Ζολώτα, θα τολμήσω να προσεγγίσω το έργο της, το «Όστρακο» και να καταθέσω τις ταπεινές απόψεις μου.         
Θεατρικό δράμα τεσσάρων πράξεων. Η συγγραφέας, με την κοινωνική γραφίδα της, αναδεικνύει μέσα από την πυκνή και απομονωμένη από το σύνολο της «καλής» κοινωνίας αιθαλομίχλης ζωντανές παραστάσεις, που αναδύονται συνεχώς. Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν μπρος στα μάτια του αναγνώστη εικόνες, βόγγοι και απόηχοι που τον φέρνουν αντιμέτωπο με τα σημερινά δρώμενα, είτε αυτά τον ενδιαφέρουν, είτε τον αφήνουν αδιάφορο. Ενδεχομένως, όταν κάποια στιγμή εξοστρακιστεί τελείως, να τον οδηγήσουν στην αναζήτηση ενός άλλου οστράκου. Η συγγραφέας με την άνεση του γλαφυρού θεατρικού της λόγου και τις παραστάσεις της, δίνει τον καλύτερο εαυτό της, προκειμένου ο αναγνώστης να στοχαστεί βαθύτερα.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «Το Όστρακο» σαν μια «νέα», μια «σύγχρονη» Κιβωτό του Νώε, του 21ου αιώνα. Μόνο που τότε, ο Νώε, μοναδικός προνομιούχος του Θεού, πήρε την εντολή του να επιβιβαστεί στην κιβωτό της σωτηρίας ο ίδιος, η οικογένειά του και από ένα ζευγάρι κάθε ζωντανής ύπαρξης, ώστε μετά την καταστροφή να δημιουργηθεί ένας νέος κόσμος. Η διαφορά ανάμεσα στο «Όστρακο» της Ε. Ζολώτα και την Κιβωτό του Νώε, συνίσταται στο ότι στην περίπτωση του Νώε έχουμε τιμωρό, διώκτη και καταστροφέα τον ίδιο το Θεό. Στο «Όστρακο» έχουμε ως τιμωρό, διώκτη και καταστροφέα την ίδια την κοινωνία στον ίδιο της εαυτό. Με σιγουριά μπορούμε να πούμε ότι η κοινωνία έχει κάνει ένα ή και περισσότερα βήματα πιο πέρα. Δηλαδή σε αντίθεση με το Θεό που δίνει τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ο κόσμος ξανά, εδώ η κοινωνία γίνετε φίδι κολοβό, σε τρώει, σε διώχνει, σε εξοντώνει. Φίδια στην τότε παλιά εποχή, φίδια και τώρα· στη… σύγχρονη! Μέσα από το «Όστρακο» ξεπηδά μια ποτισμένη στην πίκρα απορία: Να ’ναι άραγε μια επανάληψη της ιστορίας ή μια κατάρα και αμαρτία;
Μένουμε στο «Όστρακο», το οποίο δεν είναι παρά μια σύγχρονη κιβωτός, ένα καράβι χωρίς πυξίδα και προορισμό, ένα σκάφος-όστρακο φορτωμένο με απόκληρα εξοστρακισμένα στοιχεία, τα οποία, η κοινωνία απέβαλλε με το πιο επαίσχυντο τρόπο.
Κατά τη διάρκεια αυτού του «ταξιδιού» του στα δώθε και στα κείθε, στο άγνωστο και αποκληρωμένο από την… υψηλή κοινωνία περιβάλλον, οι  αδειασμένοι σαν σκουπίδια ετερόκλητοι επιβάτες του, είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, σε πολλά σημεία να συγκρουστούν για τις διαφορετικές ιδέες τους, όπως με άριστο τρόπο περιγράφει η συγγραφέας μια σκηνή, αναπαραγωγή πραγματικότητας στο σανίδι:
Στην Πέμπτη σκηνή βλέπουμε: 
«Ο Πανκ με πέτσινα, αλυσίδες και σκληρό βλέμμα, βρίσκεται στη σκηνή. Ακούγεται μουσική των SEX-PISTOLS. Προβαίνει η Τραβεστή κι αρχίζει να τον περιεργάζεται:
-Καλέ, αυτός είναι παίδαρος… Κοίτα στυλ… Αγοράκι θα μπορούσαμε να κάνουμε καλή παρέα εσύ κι εγώ.. Δε θα βρεις καλύτερη εδώ πάνω, τι λες; Σου αρέσω;
Ο Πανκ γυρίζει της ρίχνει ένα άγριο βλέμμα και τη φτύνει… Η Τραβεστί σκουπίζεται και οπισθοχωρεί φοβισμένη. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει ο Ομοφυλόφιλος.
-Μωρή ξεμυαλισμένη, τη ζητάς εκεί; Δε φοβάσαι; Φυρί, φυρί το πας να δοκιμάσεις τις αλυσίδες του άγριου… Εκτός και αν σου αρέσει η βία…. Εγώ πάντως δεν είμαι μαζοχίστρια…
Ο Πανκ στο μεταξύ, τον πλησιάζει με μεγάλα βήματα και πριν προλάβει εκείνος να φύγει, τον φτύνει κι αυτόν… Πανκ, με αηδία, φεύγοντας:
-Α, να χαθείτε εκτρώματα του συστήματος…» 
-Άκουσες, μωρή πως μας είπε;» λέει η Τραβεστί. «Εκτρώματα του συστήματος»… Αυτός τι θαρρεί πως είναι;» Επαναστάτης; Να χαρώ τον επαναστάτη!» 
Αυτές οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις, μέρα με τη μέρα λιγόστευαν. Οτιδήποτε άσχετο με την καινούργια πραγματικότητα, κληρονόμημα αντιπαραθέσεων ή προστριβών από την πρώην κοινωνία, απορρίπτονται. Επί πλέον το «Όστρακο» δεν μπορούσε να μείνει ακυβέρνητο. Συνεχώς τους καλούσε να αναλογιστούν αν αυτό το ταξίδι μπορεί να τους οδηγήσει κάπου και να αράξει σε κάποια ήρεμη στεριά κι εκεί να ξεκινήσουν μια καινούργια ζωή, όπως όλοι τους ήθελαν.
Παρόλο που η κοινωνία τους είχε αποκληρώσει σαν τα πιο αντικοινωνικά, αναχρονιστικά, ανώμαλα και επικίνδυνα πράγματα, μέσα στο στενό περιβάλλον ενός καταστρώματος με κατεύθυνση το άγνωστο, κατά «παράξενο» και «μυστήριο» τρόπο, κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά να συμφιλιώνονται μεταξύ τους και πριν ακόμα δούνε στεριά, να δημιουργήσουν μια καινούργια κοινωνία χτισμένη σε ανθρώπινες σχέσεις και αγαθά:
Τις παραστάσεις των ηρώων μας τις δίνει η συγγραφέας καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού και της αναζήτησης ενός λιμανιού, απομακρυσμένο από τη δίνη της κοινωνίας, αυτής της σημερινής που ζούμε.
Στο «Όστρακο» οι επιβάτες του προέρχονται από όλα τα στρώματα της κοινωνίας, για την οποία αποτελούσαν έναν βραχνά, ένα αρνητικό ανθρώπινο μωσαϊκό όπου, αυτό το μωσαϊκό, δεν άργησε να μορφοποιηθεί μετατρέποντας τα «σκληρά» και «ακατέργαστα» πετράδια του, σε πετράδια αξιών.
«Ω, παιδιά μου! Συγχαρητήρια… Πολύ χαίρομαι, πραγματικά… Άντε ν’ ανανεωθεί η μικρή μας κοινωνία με νέο υγιές αίμα... Άντε… Μπράβο παιδιά μου. Τώρα που θα βγούμε κιόλας σε νησί… Πολύ ωραία, πολύ ωραία… αναφωνεί πολύ συγκινημένος ο φιλόσοφος στο άκουσμα ότι η αναρχική περιμένει παιδί…»
Μια πανσπερμία ζωντανών υπάρξεων, εξόριστων και αυτοεξόριστων επιβατών. Μια μικρή κοινωνία «ναυαγών» που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από την κοινωνία των περιθωριοποιήσεων, των αποκλεισμών, της εγκατάλειψης, των διωγμών ομάδων και ανθρώπων. Μια κοινωνία «υψηλών» προδιαγραφών, που ως μπούσουλα έχει την επιλογή των μελών της, είναι καταδικασμένη να εξελιχθεί σε ρατσιστική και να παράγει όλα τα αρνητικά στοιχεία που γεννιούνται μέσα από τη δική της μήτρα.
Οι ήρωες του εν λόγου θεατρικού έργου, όπως αυτοί παρουσιάζονται στους πραγματικούς τους ρόλους, κρατούνε τον αναγνώστη σε διέγερση καθότι η συνεχής παραστατικότητα που η συγγραφέας δίνει με άψογο και γοητευτικό τρόπο, τον καθηλώνει. Στον ρου του θεατρικού έργου είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα πιάσει τον εαυτό του να παίζει πότε το ρόλο του ενός, πότε του άλλου και άλλοτε όλων του καραβιού, να κινείται σαν αιωρούμενη σκιά ανάμεσά τους, να αφουγκράζεται τους λόγους τους και να νιώθει ως και την ανάπνα τους. Εδώ είναι συνυφασμένη η γοητεία του Θεατρικού Λόγου. Ο αντικατοπτρισμός του πραγματικού έννομου και άνομου και το ελεύθερο από το υποταγμένο δίνουν τις δικές τους διαστάσεις και, όπως αναφέρθηκε στις πρώτες αράδες, είναι έργο ρηξικέλευθο.
Τους ήρωες θα τους δούμε να διαδραματίζουν όλους τους ρόλους της μικρής κοινωνίας του καραβιού τους, αλλάζοντας αρμονικά τα πόστα τους που το «Όστρακο» όσο και οι ίδιοι ορίζουν:
«Πιστεύω, όμως, ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι αρκετά ισχυρό. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, εξ αρχής, ο καθένας με τη σειρά του να κάνει οποιαδήποτε δουλειά πάνω στο καράβι. Ο καθένας, δηλαδή, μπορεί να γίνει, με τη σειρά, καπετάνιος, ναύτης, μάγειρας, για λίγο, αρκεί να μπορεί  να το κάνει… Η κύρια τροφή μας είναι τα ψάρια, όσο για νερό έχουμε, ευτυχώς, ένα μηχάνημα αφαλάτωσης. Και τώρα, αγαπητοί μου ας συστηθούμε: Εγώ είμαι ο συγγραφέας….,» λέει απευθυνόμενος στο πλήθος του θεάτρου.
Το πλήρωμα, επιβάτες, εξόριστοι και αυτοεξόριστοι του πλοίου (χαρακτηρισμός από τους ίδιους) αποτελείται από πολλούς ήρωες:
Ο αυτοεξόριστος Συγγραφέας και ασυμβίβαστος με τους όρους που η κοινωνία ήθελε να επιβάλει στο Λόγο του. Υπομονετικός και επίμονος με τους συντρόφους του, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα του ταξιδιού, μέχρι να γνωρίσει το κάθε «παράσιτο» που βρίσκεται στο «Όστρακο».
Μια νέα χαρισματική και όμορφη γυναίκα, ελεύθερος άνθρωπος, γιατρός στο επάγγελμα, κοινωνική και μορφωμένη, η Ασυμβίβαστη, με το κοριτσάκι της, που εν γνώση της είχε αποκτήσει χωρίς γάμο και είχε καταδικαστεί από την κοινωνία. Έτσι αυτοεξορίστηκε και αυτή, πήρε το μωρό της και βρέθηκε στο  «Όστρακο».
Ένα πολύ διαβασμένο γεροντάκι, ο Φιλόσοφος, βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει σ’ αυτό το καράβι και η παρουσία του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της μικρής κοινωνίας του. Οι συζητήσεις του έχουν πάντα βάθος και έχει αποκτήσει το σεβασμό όλων.
Η Αντάρτισσα, μια κοπέλα με σκληρά σημάδια, έχει στο ενεργητικό της τα χαρακτηριστικά της αντάρτισσας των πόλεων. Ενταγμένη σε τρομοκρατική οργάνωση, πιάστηκε σε ένοπλη ληστεία και χαρακτηρίστηκε άκρως επικίνδυνη. Ένα άλλο… κουσούρι που την ακολουθεί είναι ότι η ίδια είναι λεσβία. Το πιο χειρότερο είναι ότι στα δεκατέσσερά της βιάστηκε από τον πατριό της: «Εδώ που τα λέμε…,» λέει από τη σκηνή προς τους θεατές ο Συγγραφέας…, «αν η κοινωνία σας ήταν εντάξει δε θα ’βγαζε: αντάρτες, λεσβίες, δολοφόνους, ομοφυλόφιλους, τραβεστί, πόρνες, ναρκομανείς, ψυχοπαθείς και όλους εμάς… Τέλος πάντων…»
Η παρουσία ενός Ομοφυλόφιλου, δίνει μια άλλη διάσταση στο «Όστρακο». Κάποιες φορές γίνεται διασκεδαστικός με τις εκδηλώσεις του και κάποιες άλλες δίνει ευκαιρία για δυνατή κουβέντα. Δεν διστάζει ποτέ να αντιμετωπίσει τον σηκωμένο δείχτη του χεριού της κοινωνίας και δεν υποκρίνεται. Η κοινωνία, όταν θέλει να καταδικάσει έναν άνθρωπο… ξένο από το σώμα της, βρίσκει τρόπους, όπως βρίσκει όταν θέλει να προστατεύσει δικά της παιδιά.  
Μια άλλη παρουσία που αποτελεί έναν κομμάτι στο πάζλ του πλοίου, είναι η ναζιάρα, η Τραβεστί, Τζόαννα το όνομά της, δηλαδή παλιότερα ήταν Γιάννης. Με τον Ομοφυλόφιλο τα λένε συχνά καθώς και με την Πόρνη.
 -Αχ, πόσο θα’ θελα Τζοάννα να μετρήσω τη μοναξιά στο βλέμμα σου, τις κρύες νύχτες της Συγγρού… (Πλησιάζει την Πόρνη.) Και τη δικιά σου παγωνιά της ψυχής… Το πιο αρχαίο επάγγελμα. Και καλά όταν το άτομο είναι μειωμένης νοημοσύνης· δεν έχει επίγνωση της θέσης του. Αν όμως – όπως συχνά συμβαίνει- δεν είναι;… φαντάζεστε τη αηδία νιώθει όταν φτάνει στον έσχατο εξευτελισμό να πουληθεί… Αχ, τούτες τις αδικίες κι άλλες χειρότερες βλέπει κανείς. (Πάει κοντά σ’ έναν με ονειροπόλο βλέμμα). Να και ο ποιητής μας… Μ’ αρέσει πολύ αυτός ο νεαρός, που παρέμεινε παιδί κι ας τον είχαν για τρελό και ονειροπαρμένο. Αλαφροΐσκιωτο τον φώναζαν… (Πλησιάζει μια νέα με απλανές βλέμμα:) Κι αυτή ήταν Αναρχική. Πραγματικά Αναρχική. Με διάβασμα και αγώνα, ενάντια σε κάθε μορφής εξουσίας. Την τσάκισε όμως το κατεστημένο… είδε τα φοιτητικά της όνειρα να γκρεμίζονται· όλα ήταν μια ουτοπία… όλα μάταια…»
Μια Αλκοολική, ένας Ψυχοπαθής κι ένα Κοριτσάκι συμπληρώνουν το πλήρωμα του πλοίου.
Πριν κλείσουμε παραθέτουμε λίγους στίχους της Ελίζα Ζολώτα που απαγγέλει ο ποιητής του καραβιού, ο ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΣ στην ΑΝΑΡΧΙΚΗ, χαρακτήρες που στη μικρή κοινωνία του «Όστρακου» ερωτεύονται και κάνουν σχέδια για το μέλλον:
«Τα παλιρροϊκά κύματα των αισθήσεων
ερυθραίνουν τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι
κι η πανέμορφη εταίρα η θάλασσα
το δέχεται στην πλανεύτρα αγκαλιά της
Τι ηρεμία, Θεέ μου!
Μόνο οι ανομολόγητοι πόθοι μας
Ταράσσουν τα γαλήνια βαθυγάλαζα νερά…
Προτού το πύρινο άρμα του Απόλλωνα
-που το σέρνουν χαριτωμένοι ιππόκαμποι-
Αντικαταστήσει τη ντροπαλή Εκάτη,
Τα δίχτυα ανασηκώνουν - γεμάτα λαχταριστά ψάρια -
με τα γεροδεμένα μπράτσα τους,
οι εραστές της εταίρας στην ανεμότρατα,
προσφέροντας στην ψυχή μου πρωτόγνωρες συγκινήσεις…»
-Αχ, αγάπη μου, όλα όσα γράφεις είναι το ’να καλλίτερο από τ’ άλλο…, του είπε η ΑΝΑΡΧΙΚΗ αγκαλιάζοντας και φιλώντας τον τρυφερά την ώρα που το «Όστρακο» έπιανε ένα λιμάνι.
Τελειώνοντας θα κλείσουμε το σχόλιό μας με την όγδοη σκηνή:
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ανήσυχος! Τι έπαθες Φιλόσοφε; Δεν είσαι καλά;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, αδύναμα: Άσε με, μένα, παιδί μου… Χαίρομαι που επιτέλους βρήκες το κατάλληλο μέρος… Έλα, βοήθησέ με, να σηκωθώ. Θέλω να δω σαν τον Οδυσσέα την Ιθάκη… (τον βοηθά) Α, φαίνεται καλό νησί· σωστός Παράδεισος… Είμαι σίγουρος ότι θα ζήσετε ευτυχισμένοι εκεί.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, περισσότερο ανήσυχος: Θα ζήσετε; Τι εννοείς Φιλόσοφε; Θα ζήσουμε, θέλεις να πεις… Τι είναι αυτά τα καμώματα τώρα που φτάσαμε; Τώρα που τελείωσαν τα βάσανά μας;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, σοβαρά: Άκουσε, παιδί μου. Δε με χρειάζεστε τώρα πια εμένα… Μου φτάνει που είδα –έστω και από μακριά- την «Ιθάκη»... Εύχομαι να τα καταφέρετε και να ΝΙΚΗΣΕΤΕ… (Πεθαίνει)
Α Υ Λ Α Ι Α
«Ο θάνατος του φιλοσόφου είναι συμβολικός. Σε μια αταξική κοινωνία αυτοκαταργείται η φιλοσοφία. (Μαρξιστική θεώρηση και γνώμη της συγγραφέα).
Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα, Απρίλης  06  2013  pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de
 
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
(Στις 06-04-2013 παρουσιάστηκε στα Τρίκαλα το θεατρικό έργο της Ελίζας  Ζολώτα.
Λ υ τ ρ ω τ ι κ ό ς   Κ λ α υ σ ί γ ε λ ω ς  -Ελληνικό θέατρο
Πρόγραμμα της εκδήλωσης:
·         Βιντεοπαρουσίαση του συγγραφικού έργου
·         Ομιλία της Ελίζα Ζολώτα
·         Παρουσίαση του βιογραφικού της και κριτικής του βιβλίου από την κ. Αρχοντούλα Γαβρά-Ρόζου
·         Κεντρική ομιλία του κ. Βάιου Φασούλα 
·         Απόδοση θεατρικών αποσπασμάτων και μονόπρακτων
·         Προβολή βίντεο με μελοποιημένους στίχους της Ελίζα Ζολώτα από το βιβλίο της «Μελωδικές Περιπλάνησης» κ. ά.)  
 
 
 
 
Βάιος Φασούλας
Ε.Ο. Καλαμπάκας 134
42100 ΤΡΙΚΑΛΑ