Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Τι πραγματικά ισχύει για το πότισμα στα χωράφια

Ο δαίμων της… σπέκουλας χτύπησε και πάλι, αυτή τη φορά το «τυπογραφείο» διάφορων εφημερίδων κι ενημερωτικών ιστοσελίδων, που είδαν «πράσινο χαράτσι» στο νερό, στην απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων για την κοστολόγηση και τιμολόγηση υπηρεσιών ύδατος.
Την αρχή έκανε γνωστή αντικυβερνητική εφημερίδα των Αθηνών που κυκλοφόρησε με το «πράσινο χαράτσι» στο πρωτοσέλιδο της, κάνοντας λόγο για επιβάρυνση που φτάνει έως και τα 6 ευρώ ανά στρέμμα το χρόνο. Τη σκυτάλη πήρε στη συνέχεια το ίντερνετ και τοπικές εφημερίδες του νομού μας.
Απάντηση στα δημοσιεύματα έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, κατά τη χθεσινή του επίσκεψη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, λέγοντας το εξής: «Όχι μόνο δεν θα επιβαρύνονται αυτοί οι οποίοι κάνουν χρηστή διαχείριση και καταναλώνουν όμως νερό προκειμένου να παράξουν, ή προκειμένου να καλύψουν άμεσες ανάγκες, αλλά αυτοί θα προστατεύονται. Θα πληρώνουν όμως αυτοί οι οποίοι έχουν μεγάλη κατανάλωση, χωρίς να το έχουν ανάγκη και νομίζω ότι αυτό είναι ένα στοιχείο Δικαιοσύνης. Διότι το νερό δεν είναι σε αφθονία, είναι ένα δημόσιο αγαθό το οποίο θέλουμε να το προστατέψουμε και θέλουμε και να το κατανέμουμε και σε ό,τι αφορά τη χρήση του με δικαιοσύνη».
«Στην πραγματικότητα είναι μια επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης, με δύσκολη διαπραγμάτευση σε σχέση με το θέμα αυτό, ώστε να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο ορθολογικού σχεδιασμού της κατανάλωσης, του αγαθού που είναι το νερό, με προστασία όμως των αγροτών, των κοινωνικά ασθενέστερων, ούτως ώστε να φτάσουμε σε ένα εξισορροπημένο πλαίσιο Δικαιοσύνης», τόνισε ο πρωθυπουργός, αναφερόμενος στις συζητήσεις με τους θεσμούς που διήρκεσαν περισσότερο από έναν χρόνο, προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη προστασία των πολιτών - καταναλωτών και των αγροτών.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος από την πλευρά του υπογράμμισε ότι «η Κοινή υπουργική Απόφαση κοστολόγησης του νερού, η οποία δημοσιεύτηκε, αποτρέπει τις αυξήσεις στα τιμολόγια νερού με συγκεκριμένες ρυθμίσεις που επιλέξαμε να τις εισάγουμε. Δίνει προτεραιότητα στη μείωση του κόστους, επιβραβεύει τις οικολογικές πρακτικές μείωσης κατανάλωσης και έχει ειδικά τιμολόγια για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες αλλά και για όσους έχουν οικολογική συμπεριφορά δηλαδή μειωμένη κατανάλωση, έως και μηδενικά στην ύδρευση. Και έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει τον πρωτογενή τομέα, εφόσον παράλληλα με την Υπουργική Απόφαση για τις αρδευτικές γεωτρήσεις διευκολύνει τους αγρότες, ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα να έχουμε και εκεί πολιτικές εξοικονόμησης αλλά να μην έχουμε και επιβάρυνση της αγροτικής παραγωγής».
Σημειώνεται ότι η απόφαση καλύπτει το θεσμικό κενό της Οδηγίας Πλαίσιο για τα νερά 60/2000 όπως ψηφίστηκε με το νόμο 3199/2003 και έπρεπε να έχει ψηφισθεί πριν από το 2010, με την εφαρμογή της και τις προβλέψεις της να είναι υποχρεωτικές από την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία. Η έκδοσή της μάλιστα είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς απελευθερώνει πόρους ύψους 1,2 δις € του ΕΣΠΑ της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου 2014-2020, που στόχος είναι να χρηματοδοτήσουν υποδομές άρδευσης σε όλη την Ελλάδα.
Όσον αφορά το νερό άρδευσης, η Κοινή Υπουργική Απόφαση αναγνωρίζει το νερό ως βασικό εργαλείο του πρωτογενούς τομέα και κύριο πυλώνα ανάπτυξης για την χώρα. Και στον τομέα του νερού αγροτικής χρήσης δίνεται έμφαση στη μείωση του κόστους, ενώ δεν ζητείται συνολική ανάκτηση του χρηματοοικονομικού κόστους αλλά διαμόρφωση τιμολογιακών πολιτικών στην κατεύθυνση της βιωσιμότητας των υπηρεσιών άρδευσης.
Τι ξέχασαν να γράψουν οι «αντισύριζα» εφημερίδες;
Το ότι οι αγρότες που θα εφαρμόζουν καλές πρακτικές άρδευσης δεν θα επιβαρύνονται με περιβαλλοντικά τέλη, ενώ από την καταβολή περιβαλλοντικών τελών θα εξαιρούνται οι πιο αδύναμοι οικονομικά.
Πιο συγκεκριμένα, το περιβαλλοντικό τέλος θα εφαρμόζεται σε περιοχές που έχουν κατώτερη από καλή ποιοτική και ποσοτική κατάσταση των υδάτων τους, όπως θα προκύψει από τα Διαχειριστικά Σχέδια των Λεκανών στο τέλος του 2017, όταν η Ελλάδα στην συντριπτική της έκταση έχει επάρκεια υδάτινων πόρων και πολύ καλής ποιότητας. Αυτό από μόνο του σημαίνει, ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών δεν θα προκύψουν πρόσθετα περιβαλλοντικά τέλη.
Για να γίνει αυτό έχει ήδη ξεκινήσει κι έχει υλοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό η σταδιακή τοποθέτηση υδρομετρητών στους αγρότες, για να είναι μετρήσιμο το νερό που καταναλώνεται και για να αξιολογείται ποιος κάνει ορθολογική διαχείριση και ποιος όχι κι όπου δεν έχει γίνει αυτό, θα γίνει με ευθύνη του παρόχου κι όχι των αγροτών.
Όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, στις μεμονωμένες περιπτώσεις που θα υπάρχει πρόβλημα στην ποιοτική και ποσοτική κατάσταση των υδάτων, τότε θα απαιτηθούν κοστολογημένα μέτρα για την αποκατάσταση του εντοπιζόμενου προβλήματος. Επίσης, τα περιβαλλοντικά τέλη θα έχουν καθαρά ανταποδοτικό χαρακτήρα και θα χρησιμοποιηθούν για έργα αποκατάστασης των υδάτινων πόρων της περιοχής όπου εφαρμόζονται τα εν λόγω τέλη.
Άρα, εκεί που κάποιοι βλέπουν χαράτσια, κάποιοι άλλοι απλά εφαρμόζουν την αρχή ότι «ο ρυπαίνων πληρώνει!».
Για να καθησυχάσουμε, τέλος, αρθρογράφο που ανησυχεί για τον ιδιοκτήτη της Λίμνης Πλαστήρα, να του θυμίσουμε ότι στη β΄ αξιολόγηση συμφωνήθηκε η πώληση από πλευράς ΔΕΗ του 40% των λιγνιτωρυχείων και όχι υδροηλεκτρικών σταθμών, όπως είχε συμφωνήσει με την πώληση της «μικρής ΔΕΗ» η κυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ. Με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, ο ιδιοκτήτης της Λίμνης Πλαστήρα θα είναι το Ελληνικό Δημόσιο.