Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Άντε το λοιπόν! Ώρα να τους πάρουμε κι εμείς με τα παλούκια…

Άντε το λοιπόν! Ώρα να τους πάρουμε κι εμείς με τα παλούκια…

Τρίκαλα 25-05-2017

Αφιέρωμα για τους αγαπητούς φίλους της Ομογένειας που έρχονται με άδεια στην Ελλάδα και γι’ αυτούς που γυρίζουν, για τους φίλους των Αγράφων, για τους έλληνες του βουνού και του κάμπου, για τους γραμματιζούμενους που μάθανε τα γράμματα ανάποδα και τους εν Ελλάδι …πολιτικούς που ξεπεράσανε το «Νικολιό»… Άντε το λοιπόν! Ώρα να τους πάρουμε κι εμείς με τα παλούκια, προλαβαίνουμε, μπας και γλιτώσουμε καμιά γίδα και κανένα φράχτη.  

 

Ο ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΙΚΟΛΙΟΣ


Χρόνια πολλά του Νικολιoύ o μπάρμπας ζούσε στην ξενιτιά
κι όλο μακριά απ’ τα ξένα του έστελνε λεφτά,
να πάρει λίγα πρόβατα, τα γίδια του ν’ αυξήσει
και τα χωράφια στην πλαγιά κι αυτά να τ’ αυγατίσει.

Μπούχτισε στο μαντήλι του παράδες να μαζεύει,
τα σκότια του από καιρό βγάζαν πολύ καπνό
και τα ρουθούνια σαν μπουρού φυσούσαν με ρυθμό.

Γυαλιά στη μύτη φόραγε κι έμοιαζε με προφέσορ,
να βλέπει μακριά και κοντινά ή και τα δυο μαζί
κι αγάλι αγάλι οι πλάτες του φούσκωναν σαν ασκοί.

Στην καραφλή του κεφαλή φορούσε ένα καπέλο
και τ’ άλλαζε ο άνθρωπος σε κάθε εποχή,
να τον φυλάει απ’ τις βροχές κι από τις παγωνιές
και να του δίνει τη δροσιά στις μέρες τις καυτές.
  
Παράξενο του φαίνονταν, πώς διάολο; Γιατί;
Τα πανταλόνια του, ένα κοντά απ’ τ’ άλλο, γινότανε μακριά
και την κοιλιά που χόντραινε, κρέμασε με σχοινιά.

Στον παπουτσή παράγγειλε παπούτσια εκλεκτά
γιατί εθάρρευε, ο φτωχός, πως έγινε κοντός,
τόσα κουστούμια που ’φτιαξε, τι να τα πρωτοκάνει,
να τα πετάξει δεν μπορεί, πονάει η ψυχή του,
να τα χαρίσει γύρευε κάποιον στη ξένη γη.

Και να, περνάει ο καιρός, δυο τρεις χρονιές μετρά,
τη σύνταξη να πάρει και άιντε σας για χαρά,
τα προβατάκια στο χωριό τού έδιναν ελπίδα
και για τον ανεψούλη του είχε λίγο παρά,
για να τον κάνει άρχοντα, να ζει σαν τον πασά.

Μπεκιάρης όλη τη ζωή, μπεκιάρης θ’ απομείνει
πολύ παλιά που ζήτησε κάποια να παντρευτεί,
του ’παν να πάει στην ξενιτιά να φτιάξει προκοπή,
κι όσο να ’ρθει στον τόπο του αυτή θε να τον καρτερεί.

Όταν περάσανε τρεις χρόνοι δύσκολοι και πικροί,
έστειλε ο Μήτρος μια γραφή στη Βαγγελιώ,
αυτή π’ αγάπαγε και για δική της χάρη είχε ξενιτευτεί
μα εκείνη του απάντησε πως είχε παντρευτεί.

Καημό βαρύ και σπαραγμό ένιωσε ο θειος του Νικολιού
τέτοιο μασκαραλίκι, πού να το φανταστεί!
Ποδάριζε και ούρλιαξε σα να ’τανε θεριό
κι έβγαζε από μέσα του θλίψη, οργή, θυμό.

Γρήγορα το ξεπέρασε κι είχε παρηγοριά,
τ’ ανίψι του, ο Νικολιός, του έδωνε φτερά,
η αδερφή του η Λαμπρινή, που ’χε εφτά παιδιά
το Νικολιό του χάρισε για να τον κάνει γιο
σαν έρθει απ’ τη ξενιτιά να ’χει αυτόν γονιό.

Έτσι κι αυτός σαν μάζευε με πόνο τα λεφτά
τα έστελνε στο Νικολιό να κάνει καταντιά,
«αγάλι, αγάλι, έλεγε, και βία δε χωρά,
αρκεί να είναι ο Νικολιός σωστά στα λογικά».

Γι’ αυτό και τ’ αποφάσισε τούτο το καλοκαίρι,
τον τόπο του τον πατρικό να τον επισκεφθεί
και να τηράξει από κοντά αν έχει ο Νικολιός,
όπως συχνά του έγραφε, βάλει κάποια σειρά.

Ανασκουμπώθηκε καλά και πήγε στο παζάρι
και ψώνισε διάφορα εργαλεία για τη στάνη,
δυο προβατοψάλιδα, σύρμα ανοξείδωτο γερό
να δέσει τα παλούκια στα σύνορα που θα ’ταν στην πλαγιά,
τανάλια και λοστό και άλλα σύνεργα αμερικανικά.
Έφτασε κάποτε η στιγμή που είχε μες στα στήθια
κι απ’ το ανασκούμπωμα χάθηκε η καμπούρα,
πέταξε το καπέλο του, άφκε και τα γυαλιά του
και σήκωσε όλος χαρά τ’ αποσκευάσματά του.

Ο ήλιος μόλις είχε ανεβεί τρεις πιθαμές ψηλά
και άφησε τα μάτια του να φτάσουν στα ριζά,
εκεί που άρχιζε το βουνό μαζί με την πλαγιά,
κει είχε ο Μήτρος απ’ το γονιό, γη, μια αυλακιά.

Τώρα όμως πια ο Νικολιός την έχει αυγατίσει,
και απ’ το κοπάδι θ’ άκουγε χαρμόσυνα κουδούνια,
βελάσματα πολλά και τρυφερά από τα γεννητούρια
κι απ’ τη «Μαρίκα» με τα τρανά μαστάρια 
θε να χαρεί ο Μήτρος χιονάτα κατσικάκια.

Λαχανιασμένος έφτασε στη στάνη την παλιά,
φτωχή τη βρίσκει τώρα ακόμα πιο πολύ,
πρόβατα μετρημένα σταλιάζουν στο φτελιά
και τα παλούκια γύρα της σάπια, ξεριζωμένα.

Ο γάιδαρός του, γέρος πια, βόσκει μονάχος στην πλαγιά,
ο σκύλος του, γέρος κι αυτός, γκαβός οσφραίνεται αργά
κι αφήνει δυο γαυγίσματα τεμπέλικα, πικρά.

Μετά του σκύλου τα γαυγίσματα ξυπνά κι ο Νικολιός,
βαρύς και μαχμουρλής, ξενύχτης, θεονήστικος,
όλα και ψες το βράδυ τα ’ριξε στα χαρτιά
κι αμάν τώρα θα έλεγε, ώσπου να ’ρθουν λεφτά.
  
Μέσα απ’ τα μάτια τα θολά και τ’ άγρια του τα γένια,
νωθρά κοιτά το μπάρμπα του και τρέμει ελαφρά,
τέτοια οργή που καρτερεί θέλει κι αυτή εξυπνάδα,
θέλει διπλωματία, παιχνίδι δυνατό, όπως και στα χαρτιά.
Και να η οργή του Μήτρου ανάβει σαν κερί
και σήκωσε με δύναμη, ψυχή, κορμί, φωνή
και άδραξε τον ανιψιό απ’ το γιακά να τον εκαταπιεί.

Μα ο Νικολιός δε τα ’χασε καθόλου τα αυγά,
μόνο καθώς του έριχνε ο ήλιος στα μάτια μια σκιά,
του φάνηκε για μια στιγμή πως έβλεπε μπροστά του δράκο,
που ’χε μεγάλα κέρατα, δόντια από ατσάλι
και στόμα που ’βγαζε φωτιές, καπνούς και κρότους.

Έκανε λίγο προς τα κει τ’ άδραγμα να ξεφύγει,
σαν τον βαλέ σπαθί τον έβλεπε μπροστά του,
δύσκολα τούτα τα χαρτιά μα τέλος τα κατάφερε
κι έβαλε μια φωνή, το μπάρμπα απ’ την Αμερική
να τον καλοδεχτεί:

«Καλώς το μπάρμπα μ’ τον καλόν απ’ το ξωτερικό,
καλώς τη σκιάδα μ’ τη στερνή που φέρνει γιατρικό,
κι τα φαρμάκια μ’ τα πουλλά, μαζί να μοιραστούμε,
τσι συφουρές που ’γω περνώ αντάμα να τσι πιούμε».

Πέρασαν κάμποσες στιγμές και άφριζε ο Μήτρος
και στη ματιά του κάνανε παρέλαση οι σκιές,
μαύρες οι πιο πολλές από την ξενιτιά,
στ’ αυτιά του πέφταν σαν σφυριά τα ψευτοπαρακάλια
της αδελφής του Λαμπρινής που του ’χε κάνει δώρο
το Νικολιό το γιόκα της και τρέμει τώρα ο Μήτρος
κι απ’ τα χείλη του φεύγουνε του πόνου οι κραυγές:

«Αχ, αχ, ωχ, ωχ μανούλα μ’  κι μου ’ρθε να δακώσω!».

Τριγύρα του μαζώχτηκαν τα λιγοστά αρνιά,
ο γάιδαρός του απ’ την πλαγιά ήρθε κι αυτός κοντά
κι ο γέρος σκύλος του π’ αλύχταγε σιγά,
άνοιγε με τα πόδια μια γούρνα με χαρά.
«Πού’ ναι ανίψι μου το λάιο μας τ’ αρνί;
Δεν το θωρεί η ματιά μου!»

«Λύκος μπαρμπούλη μ’ το ’φαε μαθές
και πλάνταξε η καρδιά μου!»

«Πού’ ναι η γιδούλα η καρπερή, που έσταζε από γάλα;»

«Λύκος την έφαε, μαθές και κόπ’κε η χολή μου!»

«Κείνο τον τράγο τον ψιλό, δεν τον εβλέπω, πού ’ναι;»

«Αρκούδια, αγέλες λύκων το ’φααν αντάμα κι άλλα αρνιά,
λύθ’καν τα σωθικά μου!»

«Θαρρώ πως βλέπω, ωρ’ ανεμόσπαρμα, κείνο το περβολάκι,
το σύνορό του κόντυνε και το ’ζωσαν πασσάλοι!»

«Λύκια, σου λέω, τσάκαλοι, φέραν την ερημιά.
Τήρα σα δω, τήρα σα κει
και τα παλούκια γκρέμισαν να βόσκουν μοναχοί.
Μήτε τσαντίλα απ’ του τυρί μ’ απόμειν’ σωστή,
πάν’ στη μεγάλη πείνα τους, την έφαγαν κι αυτή.
Κι τσι κοτούλες, απ’ σου ’λεα, π’ έφιαξα μερικές,
μας τσι έφααν οι αλπές
κι κάθε μέρα που ξυπνώ, λείπ’ ένα ζουντανό.
Άντες μπαρμπάκο μου καλέ κι σ’ έφερε αέρας θεοτ’κός
κι να μπουρέσου κι εγώ σταλιά να πιστευτώ!»

«Πού ’ναι κείνη η λυγερή, που μου ’γραφες συχνά
κι σ’ έστελνα ο άμοιρος δολάρια με ουρά;»

«Έφυγε μπάρμπα απ’ το χωριό και πήγε αλαργινά,
σαν χάροντες των λύκων οι φωνές την σκίσαν την καρδιά!»

«Τι το ’κανες το όπλο σου, τι τα ’κανες τα βόλια,
πούν’ το λυκόσκυλο που φύλαγε πιστά και κόστισε παρά;»

«Ούλα μας τα’ φααν μαθές τα ζλάπια και τα λύκια,
πάρε με μπάρμπα να χαρείς προτού να φαν κι μένα...»

Κι άλλα πολλά ο Νικολιός ήθελε για να πει,
μα ο γερογάιδαρος του ’δωσε μια κλωτσιά
κι έσκασε ο ανεψιός σαν μπράσκα, στου φράχτη τα κλαριά.
Στα γρήγορα σηκώθηκε και πήρε τη φυγή
Και φώναζε στο γάιδαρο μην έβρει προκοπή:

«Δε φταις εσύ κι ανάθεμα σ’ μα φταίω εγώ
όταν οι γύφτοι μου ’δωναν τρεις κότες,
τριάντα αυγά και μια με σκόρδα αρμαθιά,
εγώ δε σ’ έδωκα.
Μα να που εγώ σ’ λυπήθηκα κι ανάθεμα την ώρα
μου βγήκε σε κακό,
θα σ’ έτρωαν οι γύφτοι προτού το παρ’ς χαμπάρι!»

Κι όπως ο Νικολιός ξεστόμιζε στο γάιδαρο κατάρες,
χλιμίντρησε αυτός και του ’δειξε τα δόντια
και δίχως άλλα άργητα τον πήρε από κοντά.
Γκαρίσματα, γαυγίσματα
κι από τα λίγα πρόβατα βελάσματα
μα πιο πολύ του Μήτρου η φωνή
έσκισε τα φαράγγια σα να ’ταν ιαχή:

«Άντες μωρ’ Λαμπρινή κι ανάθεμα σ’ εσένα
και τούτο τ’ αλεπουδόβγαλμα,
μου φάγατε τ’ αρνάκια μ’, τη γίδα μου την καρπερή
κι εμένα την ψυχή.»    

(Από τη Β` ποιητική συλλογή -ενότητα βουκολικά  17.10.1995)