Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Ο ήρωας της γειτονιάς μου-Αγία-Μαρίνα, Βαρούσι-Τρίκαλα

Σε κρέμασαν πανύψηλε λεβέντη, άνθρωποι που χαίρονταν σαν κτήνη
μόνο που δε σε σταύρωσαν, / άλλως δε θα 'χες καμιά διαφορά,
απ' το Χριστό που κρέμασαν παλιά, /  σκυλιά αμαρτωλά,
ξήλωσαν τη «χολέρα» απ' τη Γεθσημανή  / κι άπλωσαν τη φοβέρα..
Αυτή που εσύ κι Αυτός / και κάμποσα άλλα παιδιά, 
καθόλου δεν σας ένοιαξε που στήσανε και τρίβανε τα χέρια
στην πλατεία, / πέντε κρεμάλες με τριχιά δίχως καρφιά και ξύδια, 
μόνο που Εκείνος μίλαγε γι’ αγάπη κι εσείς για λευτεριά...
Μετά από 68 χρόνια σιωπής και αδιαφορίας η αναγνώριση Τρικαλινού εθνικού ήρωα.
«Κάλιο αργά παρά ποτέ!»
Αφιέρωμα στη μνήμη του ήρωα Βασίλη Κουβέλα.

Από τον Πολίτη Βάιο Φασούλα

Μετά από 68 χρόνια σιωπής και αδιαφορίας, η Ιστορία κατέγραψε χτες, 25 Μαρτίου 2011, στο Πάνθεον των Ηρώων τις ανεξίτηλες σελίδες της Εθνικής Αντίστασης με έναν ακόμα αφανή ως χτες ήρωα, τον Τρι-                                                                            καλινό νεαρό ΕΠΟΝίτη, Βασίλη Κουβέλα.
            «Άξιος!» «Ήρωας!» Ακούστηκε μετά την καθιερωμένη δοξολογία από τους συμπάρικους ηλικιωμένους, μεσήλικες και νέους του Βαρουσίου με συγκίνηση και ανατριχίλα. Η μικρή πλατεία του Αγίου Δημητρίου, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά κάτω από το κάστρο, στην παραδοσιακή συνοικία του Βαρουσίου, κατακλείστηκε χτες από Πολίτες, το Δήμο Τρικάλων, πολιτευτές εντός και εκτός των τειχών της πόλης μας, διμοιρία της ΣΜΥ στρατού, ο αστυνομικός διευθυντής εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ, εκκλησία, τοπικά ΜΜΕ και άλλοι φορείς. Χτες, λοιπόν, βρέθηκαν στα αποκαλυπτήρια αναθηματικής στήλης στον κήπο του Αγίου Δημητρίου τιμώντας τον 17χρονο Τρικαλινό Ήρωα Βασίλη Κουβέλα, στα πλαίσια της επετείου της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821.
            «Κάλιο αργά παρά ποτέ!», λέει ο σοφός λαός μας! Μόνο που το «αργά», κάποιες φορές, δεν ξεχωρίζει και πολύ από το «ποτέ» όταν κάποια εκπλήρωση πραγματοποιείται μετά από πολλές δεκαετίες, μάλιστα όταν πρόκειται για πράξη μεγάλων μεγεθών-εθνικών διαστάσεων, όπως αυτή ανήμερα της εθνικής γιορτής της 25ης Μαρτίου του 2011, που έγινε η αναγνώριση του νεαρού Τρικαλινού ήρωα. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε την «ικανοποίηση» του ελληνικού Κράτους και πολύ περισσότερο της ντόπιας πολιτείας όταν μετά από 68 ολόκληρα χρόνια απονεμήθηκε ο οφειλόμενος φόρος τιμής στη μνήμη του απαγχονισμένου από τους φασίστες κατακτητές του άξονα Βασίλη (Βασιλάκη) Κουβέλα, στις 25 του Μάρτη του 1943.
            Βέβαια η νοοτροπία των «ηγετών» της Ελλάδας το ’χει συνήθειο να ακολουθεί το «Κάλιο αργά παρά ποτέ» όταν πρόκειται για μια αναγνώριση εθνικού χαρακτήρα… Αναγνωρίζει τον ήρωα, αφού δεν θα υπάρχει πλέον ούτε ίχνος συγγενών πρώτου βαθμού να νιώσουν την αίγλη της περηφάνιας, του αναστήματος και της ανωτερότητας που ο μονάκριβός τους γιος τους χάρισε· και τα κόκαλά τους έχουν λιώσει.
            Η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας στο Τρικαλινό κάστρο, λυκοφωλιά των Ιταλών φασιστών ανήμερα της 25ης Μαρτίου του 1943 και ο απαγχονισμός του από τους Ιταλούς φασίστες και τους ντόπιους ρουφιάνους, με δυο λόγια σημαίνει πως: Αν σήμερα εμείς, οι μετά τις κακουχίες και δυστυχίες που πέρασε και έζησε ο λαός μας, (Μικρασιατική καταστροφή, Ιταλογερμανική κατοχή, εμφύλιος, χούντα των συνταγματαρχών του 67, μέχρι τη σημερινή οικονομική κατοχή), εμείς, οι εναπομείναντες Πολίτες, την λευτεριά μας την οφείλουμε στους ήρωες, ήρωες που αν και φιμωμένη η ίδια η Ιστορία στάθηκε στα χνάρια τους και μετά το βάρβαρο στήσιμο της αγχόνης τους τίμησε δεόντως. Σήμερα τους τιμά και επισήμως, όπως και τον Τρικαλινό λουστράκο-ΕΠΟΝίτη Βασίλη Κουβέλα 68 χρόνια μετά(74 σήμερα 2017). Παράλληλα με την Ιστορία όδευσε και το ελληνικό κράτος, (κυβερνήσεις), κυβερνήσεις απολίτιστες και ασυνείδητες και παρά το γεγονός της λευτεριάς που μας χάρισαν οι οπλαρχηγοί του 21 και στη συνέχεια οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, αυτό το κράτος εξακολούθησε και εξακολουθεί να είναι υποταγμένο στα ξένα κέντρα και να αποτελεί τον κύριο εχθρό της Ελλάδας.
            Δεν είναι της στιγμής να επεκταθούμε περισσότερο, έστω και αργά, ας χαρούμε μια νίκη των κατοίκων του Βαρουσίου -Αγίας Μαρίνας και οι εναπομείναντες συμπολίτες ας αναζωογονήσουν τις μνήμες τους, ας ατσαλώσουν τα μειωμένα απ’ τις καταστάσεις ιδανικά τους, να ενθυμούνται τον Βασιλάκη Κουβέλα και τον κάθε αγωνιστή όλων των ελληνικών εποχών που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά μας.
            Βασίλη Κουβέλα! Στα σταυροδρόμια του Βαρουσίου ήσουν, είσαι και θα μείνεις όχι μόνο ζωντανός ήρωας αλλά και παράδειγμα προς μίμηση και αστραφτερός πυρσός που θα φέγγεις εσαεί στα σκοτάδια. Αιώνια η μνήμη σου. Βάιος Φασούλας.

            Ο γράφων, από τότε που θυμάται τη ζωή του μέχρι που έφυγε στρατιώτης, σε μεγάλο βαθμό είχε αναπληρώσει το χαμό του Βασίλη. Μόνο που δεν κοιμότανε εκεί στη «θεια», όπως την έλεγε. Και η «θεια», μητέρα του Βασίλη, κοντά στον τότε μικρούλη, άντλησε κουράγιο και δύναμη. Ας είναι και αυτή η ψυχούλα αναπαυμένη. Τέλος ας επιτραπεί στο γράφοντα να παραθέσει ένα απόσπασμα έργου του, αφιέρωμα στη μνήμη του Βασίλη Κουβέλα και των γονιών του που δε τον χάρηκαν. 

«Να λοιπόν κι αυτός τρέχει στο βαθύ μονοπάτι, που έμοιαζε σα να έσκαψε φαγάνα κανάλι και γλίστρησε σιγά στο σπίτι της θειάς. Έμεινε λίγες στιγμές να ξελαχανιάσει κι ο σκύλος έτρεξε κοντά του, άρχισε να παίζει μαζί του και να τον γλύφει, εκεί στο μεγάλο χαγιάτι, το γιομάτο καρέκλες, ψάθες και μπογιές, που φύσαγε από όλες τις μεριές. Σήκωσε το μπερντέ μιας πεταβρόπορτας και φώναξε τη γριά-θειά, την πιο θερμή του φίλη να του ανοίξει.
            Πεσμένη πάνω στο σκελετό μιας καρέκλας η θειά-Ρήνα, (Θεοδώρα, μητέρα του Βασίλη) προσπαθούσε με γομαλάκα να κολλήσει τα ξεχαρβαλωμένα πόδια της και στη συνέχεια να την πλέξει. Μια κάμαρη μεγάλη με πρόσοψη όλη την ανατολή να τη βλέπει ο ήλιος όλη μέρα και η κάμαρα να βλέπει όλη σχεδόν τη μικρή πόλη. Δυο κρεβάτια το ένα απέναντι στο άλλο και δίπλα στο σβησμένο μπουχαρί ένα ακόμη μικρό που η θειά κοιμόταν τα βράδια. Πάνω στο μπουχαρί, πάντα ένα εικονοστάσι με το καντηλέρι αναμμένο και δίπλα μια φωτογραφία ενός αγοριού δεκαοχτώ χρονών. Απ' την άλλη μεριά ένα παλιό σεντούκι και πάνω του ένα λαμπόγυαλο να καίει και να σκορπά το λιγοστό φως του και δίπλα μια ντουλάπα απ' την εποχή της μάνας της το γάμο. Στη μέση ένα μαγκάλι να καίει κι όλη η κάμαρη στρωμένη με παχιές μπαντανίες και κουρελές. Μια ζεστασιά και μια θαλπωρή ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά της κάμαρης που έδειχνε πως πνιγόταν σε μια λησμονιά, που ο χρόνος είχε στήσει. Άρχισε η θειά να πλέκει την καρέκλα άκεφη κοιτώντας τη φωτογραφία διαπεραστικά και μάταια προσπαθούσε, έστω για λίγες στιγμές, να τη ζωντανέψει, να τη δει να περπατά, να μιλά, και όλο να παρακαλά.
            Φτάνει καμιά φορά να ξεχνιέται και να ξεσπά σαν ξεροπόταμος έτοιμος να μαζέψει σβάρνα την ίδια τη ζωή, να την αγκαλιάσουν στη συνέχεια οι παραλογισμοί, να της θολώνουν τα μάτια και να γλιστρά η ψάθα στα βρεγμένα ξύλα της καρέκλας, ενώ η ματιά της να αρχίζει να την εγκαταλείπει και να ξεραίνεται. Σκουπίζει τα μάτια της τα ξεχασμένα και στεγνά κι εκεί αγωνιά να περάσει το πρώτο ψαθί στην καρέκλα που όλο γλιστρά, για να ξεσπάσει ακόμα μια φορά, εξαναγκάζοντας τους ποταμούς των ματιών της να ακούσουν την πεθυμιά της και να ξαναβρέξουνε την τρύπια της ποδιά.
            Σηκώθηκε για μια στιγμή και πήγε στο παραθύρι. Εκεί στεκότανε πολλές φορές τη μέρα και πιο πολύ τα βράδια. Έτσι και τώρα, αυτή τη στιγμή, άφησε τα μάτια της να γυρνούν στα διάχυτα απ' το φεγγαρόφως σταυροδρόμια της γειτονιάς κι ακόμα στα πιο χαμηλά, κάτω στην πόλη που χάνονται και να γυρνά η ματιά της σαν την άδικη κατάρα ψάχνοντας να συναντήσει τη σκοτεινή μοίρα της. Αυτή που την άφησε μόνη με τον άρρωστο άντρα της και με ένα ορφανό κοριτσάκι που πήρε να μεγαλώσει για να 'χει συντροφιά.
            Γυρνά από δω, τρέχει κατά κει, ξανακοιτά, στήνει αυτί, πάλι κοιτά κάτω την μικρή γυμνή πόλη, ακούει άγριες φωνές φασιστών κατακτητών και Ελλήνων και βλέπει μες στη νύχτα πυροτεχνήματα, τα καλύτερα των εποχών, που να σείεται ο τόπος και να γιομίζει ο ουρανός χρώματα, να διαλύονται και να ανατινάζονται μπαρουταποθήκες και άλλες με πολεμικά υλικά. Να χαίρονται μυστικά και φανερά μικροί και μεγάλοι, που απλόχερα πρόσφερε συνδρομή και η μικρή γειτονιά, τοποθετώντας πετραδάκια στο εθνικό και πατριωτικό οικοδόμημα του τόπου. Για να μη χαρούν μέρες πολλές τη χαρά. Να αρχίσουν τα κυνηγητά, όχι από τους ξένους, αλλά απ' τους ντόπιους, μέχρι ένα σκυθρωπό πρωινό, μαζί με κάμποσους άλλους νέους της πόλης και το μονάκριβο γιο της θειάς,  τους οδήγησαν στην κρεμάλα της «προδοσίας».
            Μια ακόμη αποθήκη τινάζεται στον αέρα κι ο κρότος της φτάνει ως εδώ, χαρίζοντας στη θειά το χαμόγελο της περηφάνιας, ξελαφρώνοντας κάπως παράξενα την καρδιά της. Και καθώς κοιτούσε να δει και να ακούσει κι άλλο ανατίναγμα, άκουσε το χτύπημα στην πόρτα και τη φωνή του Γιάννη:
-Θειά! Ω θειά, άνοιξε, εγώ είμαι.
            Πετάχτηκε η θειά σα να τη δάγκωσε οχιά και θύμωσε με τον εαυτό της πως ξεχάστηκε και σε μια στιγμή βρέθηκε να ανοίγει την πόρτα παίρνοντας το παιδί στην αγκαλιά της. Τον χάιδεψε, τον φίλησε πολλές φορές και με τον χνώτο της ζέστανε τα χέρια του που είχανε παγώσει. Τον έβαλε και έκατσε στο καρεκλάκι δίπλα στο καλά χωνεμένο μαγκάλι και του ετοίμασε αμέσως γλυκό από καρύδι, μερακλωμένο που η ίδια έφτιαξε. Κοιτούσε το παιδί και δε μπορούσε να μαντέψει γιατί να αγαπάει αυτή τη θειά τόσο πολύ. Δεν είχαν καμιά συγγένεια. Μόνο φιλενάδες με τη μάνα του ήταν. Σχετίστηκαν με τον ερχομό της κατοχής όταν και η μάνα του Γιάννη κάτι «μαγείρευε» στην παρέα του γιου της θειάς και από τότε δεθήκανε σαν αδερφές.
-Πεινάς Γιαννάκο, αγόρι μου! Να σου κάνω κάτι να φας;
            Εκείνος δεν απάντησε. Μα χαμήλωσε τα μάτια και η θειά κατάλαβε πως πεινούσε και χωρίς άλλες κουβέντες πιάστηκε να του ετοιμάσει αβγά, που χωριάτες συγγενείς της θειάς φέρνανε…»
«Ο Παντελής, που μιλούσε μόνος του κάνοντας δικά του παράπονα και με ελαφρά οχτάρια να τραγουδά ένα παλιό τραγούδι που άρχισαν να λένε, λίγες μέρες μετά τα όργια της κατοχής:
....
Σε κρέμασαν πανύψηλε λεβέντη, / άνθρωποι που χαίρονταν σαν κτήνη,
μόνο που δε σε σταύρωσαν, / άλλως δε θα 'χες καμιά διαφορά,
απ' το Χριστό που κρέμασαν παλιά,  /  σκυλιά αμαρτωλά,
ξήλωσαν τη «χολέρα» απ' τη Γεθσημανή  /  κι απλώσαν τη φοβέρα...
Αυτή που εσύ κι Αυτός / και κάμποσα άλλα παιδιά, / καθόλου δε σας ένοιαξε
που στήσανε και τρίβανε τα χέρια στην πλατεία, / πέντε κρεμάλες με τριχιά
δίχως καρφιά και ξύδια,  / μόνο που Εκείνος μίλαγε γι’ αγάπη
κι εσείς για λευτεριά...
-Καλησπέραααα! γειτόνισσα, λέει πολύ ευγενικά και ο Γιώργος προλαβαίνει το γλίστρημα και τον κράτησε αγκαλιά.
-Καλησπέρα γείτονα! Πού με το καλό;
-Να εδώ, στο γείτονα! Εδώ που βράζει ο ντουνιάς με όλη τη σαβούρα. Εδώ να τινάξουμε κανένα ποτηράκι και κάνα τραγουδάκι απ' αυτά που τινάζει ο παππούς και σκάει το χάρο! Αλλά και τον περαστικό τον κάνει να στέκετε κλαρίνο με σηκωμένη τρίχα, αν βέβαια κάποιος δείξει ότι έχει ανθρώπινα ελατήρια. Κατάλαβες κυρά-γειτόνισσα, λέει με φωνή συρτή κι άλλοτε τραγουδιστή…»
(Από το: «Στο Σταυροδρόμι της γειτονιάς» 1994)
«EΕ». Ελλάδα, Τρίκαλα, Μάρτιος 26  2011 pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de

«EΕ». Ελλάδα, Τρίκαλα, Απρίλης  07  2017 pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de