Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ένα ΜΗΝΥΜΑ για όλες τις μέρες

του Βαιου Φασουλα

(Απόσπασμα από το ελεγείο «Η Ελλάδα στον Αιώνα μας»
2001 σελ. 241. ISBN 3-00-008222-0)  
Ένα ΜΗΝΥΜΑ για όλες τις μέρες  

Θα ήθελα λοιπόν κι εγώ ωσάν μια κατακλείδα                              370
να σας θυμίσω και τις δυο, τι έζησα, τι είδα
μες στην Ευρώπη όπου ζω και γέρασε η καρδιά μου,
όχι απ’ της φύσης το σκοπό ή τα παράπονά μου, 

μα απ’ αυτά που έγιναν κι αυτά που παν να γίνουν 
στις πλάτες της πατρίδας μου και της Ευρώπης βάρη
κι όλης της ανθρωπότητας που παν να ξεζουμίσουν
τα σκότη όλοι να φέξουμε ως φωτισμένοι φάροι

Εσύ ήσουν το ξεκίνημα, η κοίτη του φωτός               
κι εσύ μπορείς, Ελλάδα μου, το τέλος να ανατρέψεις
φτάνει η αγάπη, ο σεβασμός, να γίνει αυτοσκοπός
και όπως ήσουνα παλιά πάλι να πρυτανεύσεις

Μα, τηράτε εσείς, ω Έλληνες, στον κόσμο διασπαρμένοι   
κι εσείς που μείνατε στον τόπο μας, ποτέ μη λησμονάτε
κοινό καθήκον και σκοπός να ζούμε αδελφωμένοι  
τον τόπο και τις ρίζες μας ποτέ μην τις ξεχνάτε

Ποιοι, έτσι την κατάντησαν και τ’ άστραμμά της χάνει;      
Ποιοι τα φτερά της μάδησαν; Μπαμπέσηδες ή πλάνοι;         
Δε βλέπετε τ’ αγγίγματα που δέχεται σαν δάδα
με προσανάμμια της ντροπής θ’ ανάψει σαν λαμπάδα

Κι όλα ταύτα γίνονται στ’ όνομα της Ευρώπης                   
και οι θεσμοί μας χάνονται στα βάθη κάποιας τρώγλης  
Δε τον πονάτε, ωρέ ’σεις, τον τόπο μας μια στάλα
που απ’ ευρωπαϊκά σκαλιά σκορπίζεται κατάρα;

Ακόμα και ο πολιτισμός κι αυτός τους ενοχλεί                     
τι πάει να πει ελληνισμός, σαν Ούννοι λεν μαζί
Μ’ ακόμα και να στήσουνε Καρλομαγνομουσείο
θεμέλια πρέπει να βαλθούν μ’ ελληνικό στοιχείο

Μάθετε, ε εσείς γραικοί, και βάλτε το στο νου σας,  
δε στήνεται το πνεύμα με ύλης μεγαλεία
το λέω για ύστερη φορά, πείτε στους εαυτούς σας 
τα μάρμαρα δε ζουν ποτέ σε ευρωπανδοχεία  

Ε εσείς, γραικοί, σιγά κι όλα θα τα ’χετε χάσει                      
τα παραμύθια της Ένωσης ποιος πλέον θα τα χάψει;
Δεν αφουγκράζεστε; θωρώ πώς τώρα κλαίνε όλοι
απ’ ανεργία ή έγκλημα, χαμένη όλ’ η πόλη

Τρομάρα όλους θα μας βρει, τα βογκητά μας λείπουν        

και οι αχοί μας, ως βοή δεν μας εγκαταλείπουν

τ’ άμοιρα ζώα από δω, τα σκάνδαλα βαπόρι
στη σύριγγα και στο πορνό γίναν όλοι μαστόροι

Και το ’παμε πολλές φορές, σ’ όλους τους ευρωπαίους,             380
πως δε ξεχνάμε τις μεριές που γέννησαν αρχαίους
γι’ αυτό κι αυτοί μας θέλουνε αποκεφαλισμένους
σαν ζώα φτωχά κι άρρωστα και φτηνοπουλημένους

Α, τώρα μιλούν για Νίκαια, για γαλλικές συνθήκες,  
που έβαλαν τα δίκαια μες στις αρχειοθήκες  
Το Μάαστριχ το ξεχάσανε, τ’ Άμστερνταμ, το Ελσίνκι
κι ούλοι τους παρελάσανε πνιγμένοι μες στο ξίγκι                          

Πούλησαν χαβιαρόζουμο σε σάκους τρυπημένους,   
μα ήταν αχυρόζουμο που σκόρπισε σ’ ανέμους                         
Δεν βλέπτε, τάχα, φανερά πώς δρούνε οι φραντόζοι
κι οι γερμανοί πιο καθαρά παίζουν τον καραγκιόζη;

Ποιος θα ’ναι τώρα πιο τρανός, μετά τους αμερικάνους;      
Τους Γάλλους ή τους Γερμανούς θα λένε βετεράνους;                             
Κι εμείς όλο μιλούμε για Ευρώπη των λαών
και εκδημοκρατισμένη ήπειρο των παλαβών                                                                                   

Να ζούμε σαν μια φαμελιά με τ’ άστρα μιας σημαίας          
κι ας τρώγεται ψωμί κι ελιά στο έξω της αυλαίας                                            
μα να δειχτούμε θέλουμε κοσμοπολιτισμένοι,
από τη ζάλη του βορρά την εξευρωπαϊσμένη
 
Στα σπίτια μας ας κοιτάξουμε, να ’χουμε αρμονία     
συζυγική, οικογενειακή και κάποια ευτυχία; 
Μη τα παιδιά μας, άραγε, τρατάρονται με χόρτα
Κι αργά, αργά τα χάνουμε που βρήκανε μια πόρτα

Που αν το κατώφλι της διαβούν χάνουνε τα πασχάλια,        
στη νάρκη πια εντάσσονται και ζουν σε μαύρα χάλια
Κοιτάτε κάθε γειτονιά πόσο έχει αλλοιωθεί
κι οι κομματάρχες συζητούν για νέα εποχή

Μέσ’ στις Ευρώπης χάθκαμε στο ανθρωποπαζάρι               
στον τόπο μας αφήκαμε να σηκωθεί χορτάρι
Ένα χορτάρι ροζακί φουντώνει και πυκνώνει
κι οι σταυροφόροι στη γραμμή χτυπάνε στο αμόνι

Ασύδοτα πέφτει η βαριά πάνω σ’ ένα κομμάτι                     
το φέρνουν μια γυροβολιά και το πουλάν στο γδάρτη
Γδάρτες, κομμάτια, μπλέκονται στων έμπορων τα νύχια
σε όρνια μεταμφιέζονται σπαράζοντας τα μύχια

των κοπελιών, που ονόμασαν, «κομμάτια» των κεφιών τους  
και τις ψυχούλες τρόμαξαν τ’ άλεσμα των δοντιών τους        
Αχ! Κοινωνία κι έγινες, Σοδόμων και Γομόρρων
στην αναρχία έπεσες μαφιόζων και εμπόρων…

….