Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Άμεση Αντίδραση Τώρα

Η όσο το δυνατόν συντομότερη ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί για την Κυβέρνηση μονόδρομο, γιατί θα ανοίξει τον δρόμο ένταξης της χώρας στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και θα της επιτρέψει, σε ένα δεύτερο στάδιο, να προχωρήσει σε δανεισμό από τις αγορές. Η Κυβέρνηση στο βωμό επίτευξης αυτών των στόχων δέχτηκε να κάνει, κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, σοβαρές παραχωρήσεις προς τους δανειστές, υπερβαίνοντας για μια ακόμη φορά τις κόκκινες γραμμές που η ίδια είχε θέση στην αρχή της διαδικασίας.


Δυστυχώς για τον Πρωθυπουργό και την Κυβέρνησή του τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν. Την κρίσιμη στιγμή παρενέβει το σύστημα Σόϊμπλε και με την ενεργοποίηση του πάντα «χρήσιμου μηχανισμού» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) μπλόκαρε την αξιολόγηση και ουσιαστικά ακύρωσε τις προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας.

Όπως είναι γνωστό το ΔΝΤ δεν θεωρεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο. Για το λόγο αυτό έχει καλέσει τους πιστωτές να προβούν σε μια σοβαρή αναδιάρθρωσή του, ενώ, σχολιάζοντας τις αποφάσεις του Eurogroup, δεν θεωρεί ότι τα μέτρα ελάφρυνσης που σκιαγραφήθηκαν από αυτό είναι ικανά να εξασφαλίσουν τη ομαλή αποπληρωμή του. Ταυτόχρονα όμως με τις διαπιστώσεις αυτές, η επικεφαλής του ΔΝΤ κα Λαγκάρντ διαβεβαιώνει ότι το ταμείο θα συμμετέχει πλήρως στο ελληνικό πρόγραμμα.

Η αντίφαση αυτή γεννά εύλογα ερωτηματικά για τις πραγματικές προθέσεις αμφοτέρων των πλευρών των δανειστών. Ερωτηματικά που ενισχύονται από το γεγονός, ότι το Ταμείο, σαν αντιστάθμισμα της μη ουσιαστικής αναδιάρθρωσης του χρέους, προτείνει τη λήψη νέων μέτρων επώδυνων και καταστροφικών για την ελληνική οικονομία και το λαό, για τα οποία εν χορώ όλοι οι δανειστές απαιτούν από την Ελληνική Κυβέρνηση να προβεί προκαταβολικά στη νομοθέτησή τους.

Τα μέτρα που θέλουν οι τοκογλύφοι να παρθούν τώρα και να εφαρμοσθούν μετά το τέλος του προγράμματος το 2018 είναι:
  • αυξημένα πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% τουλάχιστον για μία πενταετία,
  • δραματική μείωση του αφορολογήτου κάτω από τις 5000 ευρώ,
  • νέες περικοπές στις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις,
  • απελευθέρωση του ορίου των ομαδικών απολύσεων,
  • περιορισμοί, μέχρις εξαφανίσεως, στο δικαίωμα της απεργίας,
  • περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της ενέργειας,
  • ενώ απορρίπτουν την επέκταση των κλαδικών συμβάσεων και την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.   

Το σαμποτάζ που απέβλεπε στο «πάγωμα» και την επ’ αόριστο παράταση της αξιολόγησης και αποφασίστηκε από το σύστημα Σόϊμπλέ με την αρωγή και βοήθεια του ΔΝΤ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Και το ερώτημα είναι πως το αντιμετωπίζει η Ελληνική Κυβέρνηση. Δυστυχώς οι δηλώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού « ότι δεν υπάρχει περίπτωση να νομοθετήσουμε ούτε ένα ευρώ επί πλέον μέτρα από όσα προβλέπει η συμφωνία και πολύ περισσότερο για την περίοδο μετά το τέλος του προγράμματος», δηλώσεις που επαναλαμβάνονται σε όλους τους τόνους και από άλλα στελέχη της Κυβέρνησης, δεν φαίνονται ικανές να αντιστρέψουν το κλίμα, ενώ μέρα με τη μέρα, εβδομάδα την εβδομάδα χάνεται πολύτιμος πολιτικός και ταυτόχρονα οικονομικός χρόνος για τη χώρα.

Η επικρατούσα στις τάξεις της Κυβέρνησης άποψη ότι τώρα πια δεν είμαστε μόνοι αλλά έχουμε συμμάχους που μας στηρίζουν, όπως ο Μοσκοβισί, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, καθώς και μερικοί από τους ηγέτες των χωρών της νότιας Ευρώπης, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι δεν είναι ικανή να αλλάξει τα δεδομένα σε βάρος της χώρας μας.

Η Κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να πάψει να κρύβεται πίσω από αυταπάτες, να δει κατάματα την πραγματικότητα και να αποφασίσει άμεσα τι πρέπει να κάνει. Τα σύννεφα όλο και πιο βαριά συσσορεύονται στον ορίζοντα και η καταιγίδα θα ξεσπάσει. Και ας μην ξεχνά ότι στο εσωτερικό καραδοκούν οι εφιάλτες τύπου Μητσοτάκη που κάνουν ότι περνά από το χέρι τους προκειμένου να αποτύχει η διαπραγμάτευση, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι θα απογίνει η χώρα και ο λαός της.