Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Φθινοπωρινοί στοχασμοί


Από το Βάιο Φασούλα
«Βουυυυυυυ! Βουυυυυυυυ!»
Φυσά το φθινοπωρινό αγέρι κατρακυλώντας απ’ τα βουνά και παρασύρει στο διάβα του φύλλα ξερά, κλαριά και δέντρα, φωλιές πουλιών, νερά ποταμών και στέγες και φυσά, φυσά τρομαχτικά, καθώς οι ανάπνες του σκίζονται σε σχισμένα δέντρα και βράχια και περνούν μέσα από σχισμένες στέγες, το φύσημά του ακούγεται σαν πολεμική ιαχή, έτσι που να σκιάζονται άνθρωποι και ζα…
«Βουυυυυυυ! Βουυυυυυυυ!»

«Μη χάνετε το θάρρος σας και είναι μακριά,
εκείνος ο χειμώνας που φαίνεται ψηλά.
Μόνο να φυλαχτείτε!
Βάλτε βαθιά τις ρίζες σας μαζί αγκαλιαστείτε,
αγέρας είναι δυνατός, να μη τον φοβηθείτε!»
…………………………………………………………………………………………………………………..
“Χρυσό και πορφυρό, καθάριο και λαμπερό, αχνό,
μεταξωτό, αραχνοΰφαντο μαλλί είναι το φθινοπώρι,
πότε να δίνει τα χλωμά και πότε τα απαλά, κρυφά και βιαστικά,
όλα τα χαμογέλια του τα μελαγχολικά. 

Αόρατος ζωγράφος σε χρυσοστόλισε, εσέ αιθέρια
παρθενιά, χιλιοτραγουδισμένη εποχή, μεγάλη
ομορφιά. Εσύ που δίνεις τη χαρά το χρόνο μια
φορά κι όλο τον κόσμο στη ζωή να του χαμογελάς 
κι όταν αυτοί σου δείχνουνε το χάσμα της καρδιάς,
πρώτο εσύ, φθινόπωρο, να τρέχεις στη στιγμή
να τους παρηγοράς

Έχεις μια δύναμη τρανή σα να ’ναι μαγική.
Έχεις μια χάρη μυστική, γλυκιά και τόσο απαλή,
που φτάνουνε στρατιές οι άνθρωποι,
μες στη θερμή σου αγκαλιά φέρνουν τα μυστικά τους.
Στην πορφυρένια σου πνοή ν’ ανοίξουν την καρδιά τους.
Στη χρυσαφένια ανάπνα σου να βρουν
τη γιατρειά τους!

Συναγερμό σήμανε η ωραία εποχή
και τα παιδιά της κάλεσε να ’ρθουν όλα μαζί,
σ’ αυτό το προσκλητήριο δυο λόγια να τους πει. 
Περήφανα σταμάτησε κοιτώντας τα παιδιά της
κι ωχρή σαν κουρασμένη έριξε τη ματιά της
πάνω στις κορυφές που άρχισαν να φαίνονται
τ’ αχνάρια του χειμώνα και κράταγε σφιχτά
μεταξωτό μαντήλι που είχε στα μαλλιά.

Χαμήλωσε τα μάτια της και κοίταξε κάτω στα πόδια του βουνού
κάπου σε μια λιμνούλα με γαλανά νερά. 
Χηνάρια ακουστήκανε πάνω στον ουρανό κι ευθύς
άρχισαν μια χλαλοή κι οι πάπιες απ’ τη λίμνη,
να ξεφωνίζουν δυνατά παράξενες φωνές
και να τινάζουν τα φτερά γοργά και δυνατά,
που τρόμαξαν τα ψάρια κάτω απ’ τα νερά.

Και ξαφνικά, λες και παραμόνευε πότε και πώς
το προσκλητήριο εκείνο να τελειώσει
κι η υπομονή του χάθηκε αυτή να καρτερά,
εκεί καθώς πλανιόταν απάνω στις κορυφές,
γίνεται μια γιγαντιαία χιονόμπαλα και αρχίζει να γλιστρά
κι είναι όλο φωνές:

«Όχου! κι είσαι ακόμα εδώ και δεν σ’ αντέχω άλλο!»      
βρυχήθηκε και σείστηκε τριγύρα του η πλάση. 
«Χλωμά φεγγάρια σου ’μειναν, λαττώθηκε η μέρα.
Τρία φεγγάρια όλα κι όλα καρτερώ, κίτρινα,
ξεπλυμένα. Άιντε ακόμα δυο και τούτο το στερνό.
Γρηγοροδιάβατη η στράτα σου, φεγγάρι μου,
να είναι. Διαμάντι πεντακάθαρο και άσπρο
σαν τον κρίνο, κρυστάλλινη πνοή στα πάντα θε να ρίξω! 
Βουυύ! Βουυύ!» βρυχήθηκε ξανά και χάθηκε μακριά.

Ρίγος ψιλό την έπιασε με μιας την όμορφη εποχή, 
κουνήθηκε αλαφρά και φώναξε δυνατά: 

«Μη χάνετε το θάρρος σας και είναι μακριά,
εκείνος ο χειμώνας που φαίνεται ψηλά.
Μόνο να φυλαχτείτε! Βάλτε βαθιά τις ρίζες σας
μαζί αγκαλιαστείτε, αγέρας είναι δυνατός,
να μη τον φοβηθείτε!»

Και να, λουλούδια, δέντρα και κορφές απανταχού στη φύση,
αφήσανε και φύγανε σιγά πολλές πνοές…
….

03-09-2016 Τρίκαλα Β.Φ